Στίς 23 Ἰανουαρίου τό Λιτόχωρο καί ἡ Πιερία ὁλόκληρη, τιμᾶ τή μνήμη τοῦ προστάτη της, Ὁσίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ. Μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀνδρός, πού ἄφησε ἀνεξίτηλη τή σφραγίδα ῆς παρουσίας του στόν τόπο μας, ἅς προσπαθήσουμε νά προσεγγίσουμε τό βίο του γιά νά τόν γνωρίσουμε καλύτερα, νά ἐμπνευστοῦμε ἀπό τόν πλοῦτο τῆς ἁγιοπνευματικῆς του πορείας καί νά καθοδηγηθοῦμε ἀπό τό παράδειγμά του, ἀφοῦ ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, μᾶς παραπέμπει, πέρα ἀπό τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις, κυρίως στή μίμηση τῆς ζωῆς τους.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος, κατά κόσμο Δημήτριος, γεννήθηκε στό χωριό Σκλάταινα τῆς Καρδίτσας, περίπου στά τέλη τοῦ 15ου αἰώνα. Πολύ μικρός ἔδειξε ἰδιαίτερο ζῆλο στά γράμματα καί βαθειά ἐπιθυμία γιά τό μοναχισμό. Πρῶτος του σταθμός στήν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας του, ὑπῆρξαν τά Μετέωρα, ὅπου ἔγινε ρασοφόρος καί μετονομάστηκε Δανιήλ, ἐνῶ οἱ σπάνιες ἀρετές του κίνησαν τό θαυμασμό τῶν ἄλλων μοναχῶν.
Ὁ πόθος στή συνέχεια γιά περισσότερη ἡσυχία, ὁδήγησε τά βήματά του στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἀναζήτησε διψασμένος τή μυστική ζωή τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖ, ἔγινε μοναχός στή σκήτη τοῦ Πρωτάτου καί πῆρε τό ὄνομα Διονύσιος. Στή συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ἱερισσοῦ καί λίγο ἀργότερα, ἱερέας.
Εὐδοξία Αὐγουστίνου. Φιλόλογος – Θεολόγος
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν ὑπ᾽ ἀρ. 2959 ἐγκύκλιό της ἐνημέρωσε ὅτι «δέν δέχεται γιά τά μέλη της τήν ἀποτέφρωση τοῦ σώματος, διότι τοῦτο εἶναι ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κο 6,19)». Ὅποιος ἀποδεδειγμένα καί οἰκειοθελῶς ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία «περί καύσεως τοῦ σώματός του, δηλώνει τήν αὐτονόμησή του καί ὡς ἐκ τούτου δέν τελεῖται Νεκρώσιμος Ἀκολουθία καί Ἱερό Μνημόσυνο ὑπέρ αὐτοῦ».
Ἔπρεπε νά γίνει ἕνα ξεκαθάρισμα πάνω στό «καυτό» αὐτό θέμα, ἄν καί ἡ παράδοση εἴκοσι χριστιανικῶν αἰώνων καί πολλῶν ἄλλων προχριστιανικῶν ἐπιτάσσει χωρίς περιστροφές τόν ἐνταφιασμό. Ὅλοι οἱ πολιτισμένοι λαοί τῆς ἀρχαιότητας φρόντιζαν (=κήδευαν) τούς νεκρούς τους, καθώς ἡ κηδεία ἀνήκει στά «ἄγραπτα κ᾽ ἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα» (Σοφοκλέους Ἀντιγόνη, 454).
Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀντιμετωπίζεται ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια, ἐνῶ ὁ διά πυρᾶς θάνατος συνδέεται μέ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα.
Ἡ Καινή Διαθήκη θεωρεῖ τόν ἐνταφιασμό τῶν νεκρῶν αὐτονόητο. Στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μόνο ἐκκλησιομάχοι κατέφευγαν στήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων τῶν χριστιανῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος παραβάλλει τόν ἐνταφιασμό μέ τή σπορά τοῦ σίτου· «ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ πολὺν καρπὸν φέρει» (Ἰω 12,24). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τόν παραλληλίζει μέ τή σπορά τοῦ κόκκου τοῦ σιταριοῦ καί τόν συνδέει μέ τήν προσδοκία τῆς καινούργιας ζωῆς (βλ. Α΄ Κο 15,35-38). Στά νεότερα χρόνια τό ἀντιεκκλησιαστικό πνεῦμα τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης εἰσήγαγε τήν καύση τῶν νεκρῶν.

Σε μια εποχή εγωκεντρική σαν τη δική μας έχει ιδιαίτερη ανάγκη της φιλίας η νεανική ψυχή. Μα η αναζήτησή της και οι δοκιμές τη γεμίζουν τις περισσότερες φορές απογοήτευση.
Μια αληθινή αθάνατη φιλία μεταξύ δύο μεγάλων προσωπικοτήτων, που ξεκίνησε από τα εφηβικά τους χρόνια κι έμεινε πιστή και πέρα απ’ τον τάφο, θα μπορούσε πολλά να προσφέρει σ’ αυτή την αναζήτηση.
Γνωρίστηκαν στην Καισάρεια «την μητρόπολιν των επιστημών» μετά το 345 μ.Χ. οι δύο φίλοι, ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος· έφηβοι τότε γύρω στα δεκαπέντε με δεκάξι τους χρόνια. Διαβάστε Περισσότερα
Ο άγιος Γρηγόριος και η συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου
Για ποιο λόγο δηλαδή τιμωρούν τη γυναίκα ,ενώ συγχωρούν τον άντρα; Ενώ όταν η γυναίκα προσβάλλει το κρεβάτι του άντρα της διαπράττει μοιχεία και από το νόμο τιμωρείται γι’ αυτό βαριά, γιατί δεν τιμωρείται και ο άντρας όταν πηγαίνει με άλλες γυναίκες; Αυτήν την νομοθεσία… Διαβάστε Περισσότερα











κλικ στον σύνδεσμο

