Πρέπει να ελέγχουμε ο ένας τον άλλον, όταν βλέπουμε κάποια σφάλματα; Υπάρχει διαφορά, όταν βρίζει κανείς η όταν ελέγχει κάποιον;Ίσως μερικοί από σας, που διαβάζουν την Αγία Γραφή, προβληματίζονται, ότανβλέπουν πως ο Κύριος ενώ μας απαγορεύει να λέμε τον πλησίον μας “ανόητε” και “ηλίθιε“, και αυτός που το κάνει, σύμφωνα με το λόγο Του, είναι ένοχος της φωτιάς της κολάσεως. Ενώ λοιπόν λέει αυτά, ο Ίδιος πολλές φορές χρησιμοποιεί σκληρά λόγια για κάποιους ανθρώπους, όπως στην περίπτωση του αρχισυναγώγου, στον οποίον είπε· “υποκριτά“. Επίσης πολλές φορές έλεγε υποκριτές τους γραμματείς και τους φαρισαίους.
Αυτούς έλεγε ακόμα· “όφεις, γεννήματα εχιδνών” (Μτθ. κγ΄, 33).
Μια φορά, όταν ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήταν στην Ιουδαία, Τον προειδοποίησανότι ο Ηρώδης θέλει το θάνατό του και Τον συμβούλεψαν όσο γίνεται πιο γρήγορα να φύγει από την Ιουδαία. Και τι απάντησε τότεο Χριστός; Πολύ ήρεμα είπε το εξής· “Πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη· ιδού εκβάλλω δαιμόνια και ιάσεις επιτελώ σήμερον και αύριον, και τη τρίτη τελειούμαι” (Λκ, 13, 32). Αλεπού είπε τον Ηρώδη.
Μια φορά ονόμασε “Σατανά” τον μεγαλύτερο απόστολο και τον πιο αγαπητό φίλο του, τον Πέτρο· “ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· σκάνδαλόν μου ει· ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων” (Μτ. 16, 23).
Γνωρίζετε ότι μερικές φορές ο Κύριος οργιζόταν, δύο φορές έδιωξε εμπόρους από το ναό και αναποδογύρισε τα τραπέζια τωναργυραμοιβών. Επίσης γνωρίζετε πως μια φορά έφτιαξε μαστίγιο από σκοινιά και έδιωξε από το ναό αυτούς που πουλούσαν εκείζώα. Φοβερή ήταν μερικές φορές η οργή του Υιού του Θεού.
Τι λοιπόν μπορούμε να πούμε εμείς; Είναι δυνατόν να υπάρχει ακόμα και ίχνος αντίφασης σ’ αυτά που έκανε και που δίδασκε οΚύριος Ιησούς Χριστός; Είναι δυνατόν να παρέβαινε ο ίδιος την εντολή που μας είχε δώσει και σύμφωνα με την οποία είναιαμαρτία να λέμε ανόητο τον πλησίον μας; Ασφαλώς όχι. Στον Κύριο Ιησού Χριστό το “ναι” είναι “ναι” και το “όχι” – “όχι” και δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Και ούτε μπορεί να υπάρχει στον Υιό του Θεού. Τότε πως μπορούν να εξηγηθούν αυτά τα λόγια και οι πράξεις του Χριστού που σας ανέφεραπροηγουμένως; Η εξήγηση είναι πολύ απλή· πρέπει να ξεχωρίζουμε τη λογική με την οποία το έλεγε η το έκανε ο Κύριος από τη λογική με τηνοποία το κάνουμε εμείς. Υπάρχει διαφορά, όταν βρίζεις κάποιον η όταν τον ελέγχεις. Εμείς όταν λέμε στον πλησίον μας “ανόητε“ η “ηλίθιε“, τι εκφράζουμε μ’ αυτές τις λέξεις; Την περιφρόνησή μας. Τον προσβάλλουμε μ’αυτό τον τρόπο και τον βρίζουμε. Αυτό ακριβώς απαγορεύει ο Κύριος Ιησούς Χριστός με την εντολή του.
Και ποιά σημασία έχουν τέτοια σκληρά λόγια στο στόμα του Χριστού; Γιατί έλεγε σε
μερικούς ανθρώπους “όφεις, γεννήματα εχιδνών» η «πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη”; Το έλεγε για να τους ελέγξει. Υπάρχει μεγάλη διαφορά, ότανβρίζει κανείς η όταν ελέγχει κάποιον. Ο νόμος του Θεού δεν μας επιτρέπει να προσβάλλουμε τον πλησίον μας, ενώ το να ελέγχουμε κάτι που δεν είναι σωστό μας το παραγγέλλει η ίδια η Αγία Γραφή· “μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποιςτου σκότους, μάλλον· δε και ελέγχετε” (Εφ. ε΄ 11).
Στις επιστολές του προς Τιμόθεον ο απόστολος Παύλος μας δίνει την εξής εντολή· “Τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον έχωσι» (Α΄ Τιμ. ε΄ 20). “Κήρυξον τον λόγον, επίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον, εν πάση μακροθυμία και διδαχή” (Β΄ Τιμ. δ΄ 2).
Βλέπετε, το να ελέγχουμε κάτι που δεν είναι σωστό, είναι η εντολή του αποστόλουΠαύλου. Όχι μόνο δεν πρέπει να έχουμε καμία συμμετοχή στα έργα του σκότους,αλλά και να τα ελέγχουμε. Δεν μας επιτρέπεται να προσπερνάμε με αδιαφορία και σιωπή την κακία και την ασέβεια, αλλά πρέπει να τα ελέγχουμε. Κάθε φορά που ο Κύριος Ιησούς Χριστός έλεγε κάποιο λόγο σκληρό, τον έλεγε, επειδή ήθελε να ελέγξει την κακία. Δεν προσέβαλλε την αξιοπρέπεια εκείνων των ανθρώπων τους οποίους ονόμαζε αλεπούδες η ακόμα και γεννήματαεχιδνών. Ήθελε μόνο να ελέγξει το ψέμα που είχαν μέσα τους, διότι η υποκρισία είναι ένα είδος ψέματος και ο πατέρας του ψεύδους είναι ο διάβολος. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν μπορούσε να μη ελέγχει το ψέμα και την υποκρισία. Πάντα τα έλεγχε και πολύ έντονα. Διότιυπάρχει οργή που είναι θεία και μία τέτοια οργή είναι εντολή του Θεού. Αυτή η οργή πρέπει να ανάβει μέσα μας κάθε φορά, ότανβλέπουμε πως προσβάλλουν ιερό και όσιο. Τέτοια οργή ανάγκασε τον μεγάλο ιεράρχη και θαυματουργό, τον άγιο Νικόλαο στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο να χαστουκίσει τον Άρειο. Από την ίδια θεία οργή ο Κύριος Ιησούς Χριστός έφτιαξε μαστίγιο από σκοινιά και έδιωξε τους εμπόρους από το ναό. Η φλογερή του οργή έκαιγε τους ασεβείς. Υποκριτές έλεγε εκείνους που ήταν τέτοιοι στην πραγματικότητα. Ήταν ανάγκη να τους ελέγχειμπροστά στον λαό, να τους βγάλει το προσωπείο της ευλαβείας, να δείξει το πραγματικό τους πρόσωπο, για να καταλάβουν οιάλλοι πως οι άνθρωποι αυτοί είναι ψεύτες. Πολύ σωστή και δικαιολογημένη ήταν στο στόμα του Υιού του Θεού η λέξη “υποκριτά“, που Αυτός είπε για τον αρχισυνάγωγο. Το ίδιο και η ονομασία που έδωσε στους Γραμματείς και τους Φαρισαίους λέγοντάς τους όχι μόνο υποκριτές αλλά και “όφεις” και “γεννήματα εχιδνών“.
Διαβάστε το 23ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και θα δείτε πόση αλήθεια υπάρχει στον λόγο του Χριστού για τους Φαρισαίους, ότι πολύ δικαιολογημένα τους έδωσε αυτές τις προσωνυμίες.
Δικαιολογημένα δεν ονομάστηκε ο Ηρώδης αλεπού; Γιατί τον είπε αλεπού ο Κύριος; Τι διακρίνει την αλεπού μεταξύ των άλλων ζώων; Είναι γνωστή η πονηριά της, πως ξεγελάει και τον κυνηγό και το θύμα της. Όταν ο Κύριος Ιησούς Χριστός έλεγε τονΗρώδη αλεπού, το έκανε για να ελέγξει την πονηριά του, την τάση του για προδοσία. Αυτό που είπε ο Κύριος για τον Ηρώδη δεν ήταν προσβολή αλλάδικαιολογημένος και σωστός έλεγχος.
Γιατί για τον απόστολο Πέτρο ο Χριστός χρησιμοποίησε την τρομερή αυτή λέξη “Σατανά”; Γιατί όταν άκουσε ο απόστολος πως ο Κύριος πρέπει να προδοθεί, να σταυρωθεί και να πεθάνει φοβερό θάνατο για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους,άρχισε να αντιλέγει προσπαθώντας να Τον πείσει να λυπηθεί τον εαυτό του.
Αυτό δεν είναι το έργο του Σατανά; Ο Σατανάς δεν προσπαθούσε να αποτρέψει την θυσία που ήθελε να προσφέρει ο Χριστός στον Γολγοθά; Με το στόμα τουαποστόλου μιλούσε τότε ο ίδιος ο Σατανάς γι’αυτό και είπε ο Κύριος τον σκληρό αυτό λόγο· “ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· σκάνδαλόν μου ει· ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων” ( Μτθ. ιΫ΄ 23).
Βλέπετε ποιά είναι η διαφορά μεταξύ ύβρεως και ελέγχου; Πρέπει να ελέγχουμε ο ένας τον άλλον, όταν βλέπουμε κάποια σφάλματα. Και οι ποιμένες της Εκκλησίας πρέπει να ελέγχουν δημοσίως τους αμαρτωλούς, σύμφωνα με την εντολή τουΑποστόλου Παύλου. Και μάλλον είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Αν, λοιπόν, εισακούστηκες, ευχαρίστησε το Θεό. Αν δεν εισακούστηκες, μείνε κοντά Του, για να εισακουστείς.
Αν, πάλι, Τον έχεις πικράνει με τις αμαρτίες σου, μην απελπίζεσαι. Όταν πικράνεις έναν άνθρωπο, αλλά στη συνέχεια παρουσιάζεσαι μπροστά του και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ, ζητώντας ταπεινά συγχώρηση, δεν θα κερδίσεις τη συμπάθειά του; Πολύ περισσότερο… Διαβάστε Περισσότερα
ΚΑΤΕΡΙΝΗ
«Ὑμεῖς γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα,
ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς περιποίησιν»
(Α΄ Πέτρου 2,9)
Ὀρθόδοξον Βασίλειον;
Ἡ Ἑλλάς, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶσται, ἡ Ἑλλάς, ἡ προσφιλής μας πατρὶς εἶνε χώρα Ὀρθόδοξος. Μύρια στόματα διαλαλοῦν τοῦτο. Ἐν πρώτοις τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα διαπρυσίως κηρύττει τὴν πίστιν τῶν Ἑλλήνων μὲ τὴν συγκινητικὴν ἐπικεφαλίδα του˙ «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Ὀρθόδοξοι πρέπει νὰ εἶνε οἱ βασιλεὶς τῆς χώρας μας καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας πρέπει νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ ἐνεργοῦν κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν. Σταυρὸς εἰς τὴν σημαίαν μας. Ἐσταυρωμένος εἰς τὰ σχολεῖά μας. Εὐαγγέλιον εἰς τὰς ἕδρας των δικαστηρίων μας. Ἐπίσημος Θρησκεία τοῦ Κράτους ἡ Ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξίαν φωνάζουν τὰ ὀνόματά μας, ὀνόματα τὰ ὁποῖα ἔφερον καὶ ἐτίμησαν ἥρωες τῆς πίστεώς μας. Ὀρθοδοξίας τὸ ἔνδοξον παρελθὸν ὑπενθυμίζουν πολλαὶ τοπωνυμίαι τῆς χώρας μας. Βουνὰ καὶ νάπαι ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν ἐξωκκλησίων, ποὺ εἶνε ἐκτισμένα ἐπʼ αὐτῶν, ἔχουν λάβει τὰς ὀνομασίας των. Πλοῖα μικρὰ καὶ μεγάλα ποντοποροῦντα εἰς θάλασσας καὶ ὠκεανοὺς φέρουν καὶ αὐτὰ ὀνόματα ἁγίων. Συνοικισμοί, χωρία, κωμοπόλεις, πόλεις καὶ νῆσοι τιμῶνται ἐπʼ ὀνόματι ἁγίων ἤ ἔχουν ὡς πολιοῦχον ἕνα ἐκ τῶν διαλαμψάντων ἁγίων προσώπων τῆς πίστεώς μας. Μεγαλοπρεπεῖς δὲ ἑορταὶ καὶ πανήγυρεις, συνεγείρουσαι ὁλόκληρον τὸν πληθυσμόν, τελοῦνται κατὰ τὴν ἐπέτειον μνήμην τῶν ἁγίων.
Ὅλα ἐδῶ φωνάζουν Ὀρθοδοξία! Ἀλλʼ ἐν τῆ ἰδιωτικῆ καὶ δημοσία ζωῆ μας ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τιμῶμεν πράγματι τὴν Ὀρθοδοξίαν; Εἴμεθα ὁποῖοι φαινόμεθα; Συμφωνεῖ ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων πρὸς τὴν Ὀρθόδοξο πίστιν; Ἤ μήπως – ἀλλοίμονον! – μόνον τὰ ὀνόματα ἔχουν ἀπομείνει, ἐν δὲ τῆ πράξει ζῶμεν ἀντιθέτως πρὸς τὸ ὑψηλὸν κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἔχομεν τὴν Ὀρθοδοξίαν. Ἀλλʼ ἔχομεν καὶ τὴν Ὀρθοπραξίαν; Ἐὰν ὄχι, τότε ἡμεῖς εἴμεθα οἱ χειρότεροι διαφημισταὶ τοῦ μεγαλείου τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἰδοὺ ἐρωτήματα σοβαρά, τὰ ὁποῖα ἡ μικρὰ αὕτη ἐφημερὶς δὲν παύει νʼ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ καλῆ αὐτὸν σὲ αὐτοέλεγχον, διότι εἶνε φοβερὸν τὸ ἔθνος νὰ βαδίζη κατὰ κρημνὸν καὶ ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι νὰ ζῶμεν μὲ τὴν αὐταπάτην, ὅτι τὰ πάντα βαίνουν καλῶς εἰς τὸν τόπον μας.
Ἐξ ἀφορμῆς ἐπισκέψεώς μας εἰς μίαν πόλιν, ἐξ ὅσων εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν ἐν αὐτῆ, θʼ ἀνασύρωμεν μίαν πτυχὴν τῆς ἠθικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς τῆς Πατρίδος μας καὶ πάλιν ἐν τῶ μέτρω τῶν δυνάμεών μας θὰ κρούσωμεν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».
Μία ὡραία πόλις
Μία ἑλληνικὴ πόλις, ἡ ὁποία καὶ μόνον μὲ τὸ ὄνομά της διαλαλεῖ τὴν Ὀρθοδοξίαν, εἶνε ἡ πόλις Κατερίνη, ὀρθότερον δὲ Αἰκατερίνη, ὡς φέρεται εἰς τὰ παλαιότερα βιβλία καὶ χάρτας. Ἡ πόλις αὕτη, διὰ νὰ κατατοπίσωμεν ὀλίγον γεωγραφικῶς καὶ ἱστορικῶς τὸν φίλον ἀναγνώστην, εὑρίσκεται ἐπὶ μικρᾶς γονίμου Μακεδονικῆς πεδιάδος, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὰς ὑπωρείας τοῦ Ὀλύμπου καὶ φθάνει μέχρι τῶν ἀκτῶν τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ὁ ἐπισκέπτης βλέπει ἀπὸ τὴν πόλιν τὸν ὑπερήφανον γέρο-Ὄλυμπον νὰ φορῆ πάντοτε τὴν ἄσπρη σκούφια του, νὰ ἔχη τὴν κορυφήν του σκεπασμένην μὲ τὸ χιόνι, καὶ μὲ τὴν ἰδδικήν του γλῶσσαν νὰ ὁμιλῆ εἰς κάθε χριστιανικὴν ψυχὴν καὶ διὰ τῆς θέας τῆς χιόνος νὰ ὑπενθυμίζη τὸ ψαλμικόν˙ «Κύριε! Πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι˙ Κύριε! Εἶμαι ἁμαρτωλός, μαῦρος ὡς τὰ πτερὰ τοῦ κόρακος. Πλῦνέ με καὶ πάλιν πλῦνέ με διὰ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας καὶ θὰ γίνω ἄσπρος περισσότερον ἀπὸ τὸ χιόνι». Ναί, ἀγαπητοί μας, ἔτσι λευκὴ καὶ ἀμόλυντος θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε ἡ ψυχή μας. Ἔτσι λευκὴ καὶ ἀμόλυντος, ὅπως ἡ κορυφὴ τοῦ οὐρανογείτονος Ὀλύμπου, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε ἡ ἀγαπητή μας Πατρίς. Πρὸς τὰ ἄστρα, πρὸς τὴν ἠθικὴν τελειότητα θὰ ἔπρεπε νὰ βαίνωμεν ὡς ἄτομα καὶ ὡς ἔθνος.
Ἡ Κατερίνη εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος ἦτο μία πολίχνη, ἡ ὁποία μόλις ἠρίθμει 5.000 κατοίκων. Ἦτο δὲ ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς ἡμισελήνου. Ἡ ζωὴ τῶν ὑποδούλων σκληρά, ἀφόρητος. Ἀσφάλεια οὐδαμοῦ. Ἡ πρὸς Θεσσαλονὶκην ἄγουσα ὁδός, ὁδὸς αἵματος. Κλοπαὶ καὶ φόνοι καὶ ληστεῖαι ἠκούοντο συχνά. Ἡ εὐφορωτάτη πεδιάς, διηρημένη εἰς τσιφλίκια, ἀνῆλεν εἰς τοὺς Τούρκους. Οἱ ραγιάδες ὡς κτήνη εἰργάζοντο εἰς αὐτά. Οἱ μπέηδες καὶ οἱ ἀγάδες ἔπινον μακαριώτατα τὸν ναργιλέν των καὶ ἔβλεπον γλυκὰ ὄνειρα. Ἡ πόλις, ὅπως καὶ πᾶσα πόλις καὶ χωρίον τῆς Μακεδονικῆς γῆς, ἀνεστέναζε κάτω ἀπὸ τὸ πέλμα τῶν βαρβάρων κατακτητῶν. Ἀλλʼ εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τῶν πατέρων καὶ αἰνετὸν καὶ ὑπερδεδοξασμένον τὸ ὄνομα Αὐτοῦ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀνέτειλε διὰ τὸν τυραννούμενον λαὸν τὸ χρυσοῦν τῆς ἐλευθερίας ἔτος. Ἦτο τὸ 1912. Γενναῖα τῆς Ἑλλάδος παιδιά, στρατιῶται τῆς ἑβδόμης Μεραρχίας, τῆς ὀνομασθείσης διὰ τὴν ὁρμητικότητά τῆς πτερωτῆς, διέβησαν τὰ σύνορα, ἔθραυσαν τὴν ἀντίστασιν, διῆλθον τὰ πατρώνυμα στενὰ τῆς Πέτρας, ἀκάθεκτοι ὥρμησαν πρὸς τὴν πεδιάδα καὶ μίαν ὡραίαν πρωίαν, ποὺ ἔλαμπεν ὁ καθαρώτατος ἥλιος, τὴν πρωίαν τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1912 ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν˙ ἡ ἡμισέληνος κατεβιβάσθη˙ ἡ σημαία τοῦ σταυροῦ ὑψώθη ἐν μέσω φρενίτιδος ἐνθουσιασμοῦ, χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ἀπεριγράπτου τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τέσσαρας αἰῶνας στυγερᾶς δουλείας ἔβλεπον ἐπὶ τέλους τὸ ἦμαρ τῆς ἐλευθερίας. Ὀλίγον ἔξω τῆς πόλεως ἔπεσεν, μεταξὺ τῶν ἄλλων, γενναίως αγωνιζόμενος ὁ ἀείμνηστος συνταγματάρχης Σβορῶνος. Πρὸς τιμὴν τοῦ ἥρωος τούτου ἕν χωρίον τῆς περιοχῆς ἔλαβε τὸ ὄνομά του. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ ἥρωος τούτου καὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας. Ἄς ἐπιτραπῆ ἐδῶ μία παρέκβασις. Τὸ ἐρχόμενον, σὺν Θεῶ, νέον ἔτος 1962, καθʼ ὅ σημπληροῦται ἡ πρώτη πεντηκονταετία ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου αἱ ἑορτάζουσαι πόλεις θὰ πρέπη ὅλως ἰδιαιτέρως νὰ τιμήσουν τοὺς ἐπιζῶντας ἥρωας τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου ἀγῶνος καὶ νὰ καλέσουν εἰς τὰς ἑορτὰς τοὺς συγγενεῖς τῶν πεσόντων ἡρώων. Ἀλλʼ ἐπὶ τῆ πεντηκονταετηρίδι ταύτη θὰ γράψη ἐν καιρῶ ἰδιαίτερον ἄρθρον ἡ «Σπίθα».
Ἡ πόλις, ἡ ὁποία τῶ 1912 ἠρίθμει μόλις 5.000 κατοίκων, σήμερον μὲ τοὺς πέριξ αὐτῆς συνοικισμοὺς πλησιάζει τὰς 40.000 κατοίκων. Προώδευσεν ἀλματικῶς καὶ ἐξειλίχθη εἰς μίαν ἀπὸ τὰς ἀκαμιοτέρας καὶ ὡραιοτέρας πόλεις τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Σπουδαιότατος δὲ παράγων τῆς προόδου τῆς πόλεως ἐκ πάσης ἐπόψεως ἐστάθησαν οἱ χιλιάδες τῶν ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας προσφύγων ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν πόλιν καὶ τὴν περιφέρειαν ταύτην εὗρον τὴν δευτέραν αὐτῶν πατρίδα. Διὰ τῶν προσφύγων νὲον αἷμα ἔρρευσεν εἰς τὰς φλέβας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νέος τύπος Ἕλληνος ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς συγκράσεως τῶν αἱμάτων Μικρασιατῶν καὶ Μακεδόνων.
Αὐτὴν τὴν πόλιν μὲ ἠξίωσεν ὁ Κύριος νὰ ἐπισκεφθῶ κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα, νὰ παραμείνω ὀλίγας ἡμέρας, νὰ ὁμιλήσω, τῆ ἀδεία τοῦ σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κίτρους, δὶς καὶ νὰ ἐκτιμήσω τὸ ἀκμαῖον θρησκευτικὸν καὶ ἐθνικὸν φρόνημα τῶν κατοίκων.
Ἡ ὡραία πόλις…
Ἡ Κατερίνη διακρίνεται διὰ τὴν εὐσέβειαν τῶν κατοίκων της. Ἐξ ἐπόψεως δὲ ἠθικῆς, ἐξ ἧς ἐξετάζεται ἐν τῶ παρόντι ἄρθρω ἡ πόλις, ἡ Κατερίνη ἧτο καθαρὰ ἐκ τοῦ ἁμαρτήματος ἐκείνου, ἐκ τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον, ἔπρεπε νὰ ἀπέχουν οἱ χριστιανοί. Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις˙ «Ἔδοξε τῶ Ἁγίω Πνεύματι καὶ ἡμῖν μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλὴν τῶν ἐπάναγκες τούτων, ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ πνικτοῦ καὶ πορνείας, ἐξ ὦν διατηροῦντες ἑαυτοὺς εὖ πράξετε» (Πράξ. 15, 28-29). Ἡ πορνεία ἧτο ἔξω τῆς ὀρθοδόξου ταύτης πόλεως. Μέχρι τοῦ 1917 οἶκος άνοχῆς δὲν ἐλειτούργει εἰς τὴν πόλιν. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, διαρκοῦντος τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, διῆλθον εκ τῆς πόλεως ταύτης Ἀγγλογαλλικὰ στρατεύματα καὶ πρὸς… ἐξυπηρέτησιν τῶν στρατιωτῶν τῶν ξένων τούτων ἐθνῶν, τῶν ἐν ἀκολασία ζώντων, ἠνοίχθη ἐν τῆ πόλει τὸ πρῶτον διαφθορεῖον. Τοῦτο σὺν τῆ προόδω τοῦ χρόνου ἤρχισε νὰ ἐνισχύεται καὶ νὰ ἐξαπλώνη τὰ ἁμαρτωλὰ δίκτυά του συγκλεῖον εἰς ἀπώλειαν πολλὰς ψυχάς.
Ὁ εὐσεβὴς λαὸς διὰ τὸ ἄνοιγμα καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ διαφθορείου τούτου ἐδυσφόρησε καὶ ἐζήτησε τὴν κατάργησίν του. Ἀλλὰ μὴ εἰσακουσθεὶς ἐξανέστη πρὸ πενταετίας περίπου. Ἑκατοντάδες ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἐπέδραμον κατὰ τοῦ διαφθορείου, εἰς τὸ ὁποῖον δυστυχισμέναι ὑπάρξεις γυναικῶν ἀντὶ εὐτελοῦς ἀμοιβὴς ἐπώλουν τὰς σάρκας των. Πρὸς τῆς καραυγῆς τοῦ λαοῦ ἔντρομοι αἱ γυναῖκες ἐγκατέλειψαν τὸ κέντρον καὶ ἐξελιπάρουν τὴν εὐσπλαχνίαν. Οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἐθίγη ὑπὸ τοῦ διαμαρτυρομένου πλήθους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐζήτει τὴν θανάτωσιν τῶν δυστυχισμένων γυναικῶν, ἀλλὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πόλεως ἐκ τῆς διαφθορᾶς. Μαζὶ μὲ τὰ γύναια ἔντρομοι ἔφυγαν καὶ οἱ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην πελάται τοῦ κέντρου. Ἄφησαν δὲ ὡς ἐνθύμια… τὰ πηλίκιά των. Ἦσαν Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται. Τὶ αἶσχος! Ὁ Ἕλλην στρατιώτης καὶ ἀξιωματικὸς νὰ γίνεται τακτικὸς θαμὼν τῶν ἁμαρτωλῶν κέντρων καὶ νὰ ἀτιμάζη τὴν στολήν του, στολὴν ἱππότου τοῦ Σταυροῦ, φρουροῦ τῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀσθενοῦς γυναικείου φύλλου! Τὸ ἁμαρτωλὸν κτίριον ἐντὸς ὀλἰγου κατεκρημνίσθη. Ὅταν ἔφθασεν ἡ ἀστυνομία ἦτο πλέον ἀργά.
Μετὰ τὴν κατακρήμνισιν τοῦ διαφθορείου ἐκείνου τὸ κακὸν περιωρίσθη αἰσθητῶς καὶ πρὸς στιγμὴν ἐνομίσθη ὅτι θὰ ἐξηλείφετο. Ἀλλὰ δυστυχῶς! Τὸ κακόν, ὅπως ἡ πορνεία, ἔχει βαθείας ῥίζας. Καὶ διὰ τοῦτο μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς ἀνεβλάστησε καὶ ἐνεφανίσθη ἀπειλητικώτερον. Νέος νόμος περὶ πορνείας ἐψηφίσθη ἐν τῆ πολιτισμένη χώρα μας, ἵνα μὴ φαίνηται αὕτη καθυστερημένη ἐν σχέσει πρὸς ἄλλας χώρας! Ἐκ πρώτης ὄψεως ἐφαίνετο ὅτι ὁ νόμος περιώριζε τὸ κακόν. Διότι δὲν ἐπέτρεπεν ἵνα ἐν τῶ αὐτῶ οἰκήματι παραμένουν πολλαὶ διεφθαρμέναι γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι νὰ συζοῦν καὶ νὰ διευθύνωνται ὑπὸ ἀρχαιοτέρας τινὸς ἐκφαυλιστρίας γραίας, θέσιν… μητρὸς ἐπεχούσης. Οὕτως ὁ νόμος ἔκλειε καὶ ἐσφράγιζε τοὺς οἴκους ἀνοχῆς. Εὐχάριστον τοῦτο. Ἀλλʼ ἀμέσως διʼ ἄλλης διατάξεως ὁ νέος νόμος συνετέλεσεν ὥστε νὰ ἐξαπλωθῆ τὸ κακὸν ἀφαντάστως. Διότι εἰς ἑκάστην πόρνην, ἀπόφοιτον τῶν διαλυομένων οἴκων ἀνοχῆς, ἐπετράπη νὰ ἐφοδιασθῆ μὲ εἰδικὸν βιβλιάριον, νὰ ἐγκατασταθῆ εἰς δωμάτιον καὶ πληρώνουσα φόρον ἐπιτηδεύματος εἰς τὴν ἐφορίαν νὰ ἐξασκῆ, ὑπὸ τὴν προστασίαν της Ἀστυνομίας, τὸ ἐπάγγελμά της ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἐπαγγελματίαι. Ἀντελήφθητε τὶ ἔκαμον οἱ σοφοὶ νομοθέται μας; Κατήργησαν τοὺς οἴκους ἀνοχῆς, τὰ πολυτάξια ταῦτα σχολεῖα τῆς πανδήμου Ἀφροδίτης, καὶ ἤνοιξαν ἄλλα μικρότερα, μονοτάξια σχολεῖα λειτουργοῦντα μὲ μίαν καὶ μόνον σεσημασμένην πόρνην, ἱκανὴν νὰ διδάξη καὶ νὰ διαφθείρη ἑκατοντάδας νέων.
Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου ἡ πορνεία ἐν τῆ πόλει ἀνεζωογονήθη καὶ νέα κέντρα ἀκολασίας ἐδημιουργήθησαν, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο μὲν ὅτι λειτουργοῦν μὲ μίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ ἄλλοι ἔκτακτοι προσελαμβάνοντο ἀναλόγω τῶν ἀναγκῶν τῆς πελατείας. Δύο ἐξ αὐτῶν τῶν ἁμαρτωλῶν κέντρων ἠνοίχθησαν πλησίον σχολείου καὶ ναῶν καὶ ἐντὸς πυκνοκατωκημένης περιοχῆς. Ὁποία δὲ κατάστασις πέριξ τῶν κέντρων τούτων ἐδημιουργήθη εἰς βάρος τῆς ἠθικῆς τῶν περιοίκων ἀφήνομεν νὰ ἐκφράση ἔγκριτος κάτοικος τῆς πόλεως, ὅστις διʼ ἐπιστολῆς του πρὸς καθημερινὴν ἐφημερίδα τῆς Θεσσαλονίκης διαμαρτυρόμενος ἔγραφε τὰ ἐξῆς˙ «Σὲ ἀγροτικὸ συνοικισμὸ τῆς Κατερίνης ἐφύτρωσε ἕνα κακόφημο σπίτι, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀπὸ τὰς 7 τὸ βράδυ ἕως τὰς 3 τὸ πρωὶ γίνεται τῆς κακομοίρας. Τὸ ῥαδιόφωνον εἰς ὑπερέντασιν, τὰ μπουζούκια, οἱ ἀγριοφωνάρες τῶν νταήδων, τὸ βρισίδι καὶ τὰ αἰσχρόλογα κάνουν τὶς γρηὲς τοῦ συνοικισμοῦ νὰ σταυροκοπιοῦνται, τὶς νοικοκυρὲς νὰ διπλοκλειδώνουν τὸ σπίτι, γιὰ νὰ μὴ ξεπορτίζουν τὰ παιδιά τους καὶ συμμετάσχουν στὸ τσιμποῦσι. Καὶ οἱ κατατσακισμένοι ἀπʼ τὶς καὶ ἐργατικές τους δουλειὲς νοικοκυραῖοι νὰ μὴ μποροῦν νὰ κλείσουν μάτι ὅλη νύκτα, διότι ἐκτὸς τῆς ὀχλαγωγίας τῶν θαμῶνων τοῦ σπιτιοῦ παίρνουν μέρος καὶ τὰ ἕρημα τὰ σκυλιὰ τῆς γειτονιᾶς σὰν νὰ ἔχουν καταβῆ σαράντα λύκοι ἀπὸ τὸν Ὄλυμπον!!! Εἴπαμε νὰ ἐξελιχθῆ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ μὴ εἶνε ὑποανάπτυκτος. Ὄχι ὅμως καὶ κατʼ αὐτὸν τὸν τρόπον».
Ματαίωσις δίκης
Δυστυχῶς αἱ φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι οἰκογενειαρχῶν τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀνησυχίαν ἔβλεπον τὴν ἐπέκτασιν τῆς διαφθορᾶς, δὲν ἐλαμβάνοντο σοβαρῶς ὑπʼ ὄψιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδιῶν, τινὲς τῶν ὁποίων μὲ μειδίαμα εἰρωνείας ἤκουον τὰς διαμαρτυρίας, ὡς νὰ ἔλεγον˙ «Τώρα, εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα τῆς ἐξελίξεως καὶ τῶν ἐλευθεριῶν (τρέμε Ὄλυμπε!) τὶ σεῖς παρουσιάζεσθε καὶ ζητεῖτε πράγματα, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεσαίωνος ἠδύναντο νὰ ἔχουν θέσιν;». Ἐκ τῆς ἀδιαφορίας των ἐν τέλει ἀπογοητευθέντες οἱ διαμαρτυρόμενοι ἀπεφάσισαν κατʼ ἄλλον τρόπον νʼ ἀντιδράσουν. Καὶ ἀντέδρασαν, ὡς ἥρμοζεν εἰς Ἕλληνας καὶ Ἑλληνίδας μὲ ἱερὰς παραδόσεις αἰώνων, τὰς ὁποίας ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξαλείψη ἀπὸ τὰς καρδίας των. Ἑκατοντάδες εὐσεβῶν γυναικῶν, ἐκ τοῦ ἡρωικωτάτου Πόντου καταγομένων, συνεκεντρώθησαν, ἔκαμαν διαδήλωσιν, ἔφθασαν ἔξω ἀπὸ τὰ διαφθορεῖα καὶ διεμαρτυρήθησαν ἐντόνως. Ἐπενέβη τότε ἡ Ἀστυνομία. Ἤρχισαν ἀνακρίσεις, ἐσχηματίσθη φάκελλος διὰ φθορὰν πραγμάτων, διʼ ἀπειλάς, διατάραξιν τάξεως καὶ παραβίασιν οἰκογενειακοῦ ἀσύλου… Ὤ! τῆς ὑποκρισίας τοῦ αἰῶνός μας! Ἐδῶ ἁρμόζει τὸ Κυριακὸν λόγιον˙ «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίοι ὑποκριταί, οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες» (Ματθ. 23, 24). Τὸ ὅτι αἱ γυναῖκες διεμαρτυρήθησαν, ἔθραυσαν τυχὸν μερικοὺς ὑαλοπίνακες, διετάραξαν τὴν τάξιν καὶ ἀνησύχησαν τὰς ἐνοίκους καὶ τοὺς πελάτας τοῦ διαφθορείου, αὐτὰ ἐθεωρήθησαν ὡς σοβαρά, ἄξια δίκης καὶ καταδίκης. Τὸ ὅτι ὅμως τὸ διαφθορεῖον φθείρει σωματικῶς καὶ ψυχικῶς τοὺς νέους, διαταράσσει τὴν ἡσυχίαν τῶν περιοίκων, κλονίζει τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τῶν οἰκογενειῶν, ἀποτελεῖ πρόκλησιν ἔμπροσθεν τοὺ ἱεροῦ Ναοῦ καὶ τρομερὸν σκάνδαλον τῶν παιδικῶν συνειδήσεων, αὐτὰ ὅλα οὐδόλως συγκινοῦν τοὺς ἁρμοδίους. Δυστυχῶς ὁ σημερινὸς ψευδὴς πολιτισμὸς προσέχει τὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα, τὰ κουνουπάκια, καὶ καταπίνει τὰ μέγιστα, τὰς καμήλους, τὰ τεράστια, δηλαδή, σκάνδαλα, ποὺ διαλύουν τὰς κοινωνίας. Ἔτσι ἔπραττε κάποτε καὶ ἡ ἀστυνομία τῆς ἀρχαίας Πομπηίας, ἡ ὁποία ἐφύλαττε τοὺς οἴκους τῶν πορνῶν, ἵνα μη οἱ πελάται αὐτῶν ἐνοχλῶνται ὑπʼ οὐδενὸς ἐν καιρῶ τῶν αἰσχρῶν ἐρώτων καὶ ὀργίων των.
Αἱ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ὡς πρωτοστατήσασαι εἰς τὴν ἔντονον διαμαρτυρίαν Διαβάστε Περισσότερα
“Γιατί δεν υπάρχει τίποτε, πραγματικά τίποτε, που να μπορεί να μας συγκρατεί και να μας διαφυλάσσει τόσο, όσο η ταπεινοφροσύνη και το να είμαστε μετριόφρονες και συνεσταλμένοι και να μη σχηματίζουμε ποτέ καμμιά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας. Αυτό το πράγμα γνωρίζοντας καλά και ο Χριστός και αρχίζοντας την πνευματική εκείνη διδασκαλία, άρχισε πρώτα την παραίνεση από την ταπεινοφροσύνη, και όταν άνοιξε το στόμα του, αυτόν τον νόμο παρουσίασε πρώτα, λέγοντας αυτό “μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι” (Ματθ. ε 3).
Όπως λοιπόν όταν πρόκειται κάποιος να χτίσει ένα μεγάλο και επιβλητικό σπίτι, βάζει και ανάλογο θεμέλιο, ώστε να μπορέσει να βαστάξει το προστιθέμενο αργότερα βάρος, έτσι ακριβώς και ο Χριστός, σηκώνοντας στις ψυχές τους τη μεγάλη εκείνη οικοδομή της πίστης, βάζει πρώτα, σαν κάποιο θεμέλιο και αρχή σταθερή και βάση μόνιμη και ακίνητη, την παραίνεση της ταπεινοφροσύνης, επειδή γνώριζε πως όταν αυτή ριζώσει στις ψυχές των ακροατών, όλα τα άλλα μέρη της αρετής μπορούν να χτίζονται με ασφάλεια. Όπως λοιπόν όταν αυτή απουσιάζει και αν ακόμη κατορθώσει κάποιος όλη την υπόλοιπη αρετή, κοπίασε άσκοπα και μάταια και άχρηστα, σαν εκείνον που έχτισε το σπίτι του επάνω στη άμμο, ο οποίος βέβαια υπέμεινε τον κόπο, αλλά δε χάρηκε το κέρδος, γιατί δεν έβαλε σταθερό θεμέλιο, έτσι και αυτός που χωρίς ταπεινοφροσύνη επιδιώκει οποιοδήποτε αγαθό, τα έχασε και τα κατέστρεψε όλα.
Και λέγοντας ταπεινοφροσύνη δεν εννοώ την ταπεινοφροσύνη που βρίσκεται στα λόγια, ούτε εκείνη που βρίσκεται πάνω στη γλώσσα, αλλά την ταπεινοφροσύνη που βρίσκεται μέσα στο νου, που προέρχεται από την ψυχή, που βρίσκεται μέσα στη συνείδηση, που μόνο ο Θεός μπορεί να τη βλέπει. Φθάνει αυτή η αρετή, και όταν παρουσιάζεται μόνη της πολλές φορές, να εξιλεώσει το Θεό. Και αυτό το φανέρωσε ο τελώνης. Γιατί αυτόν παρ’ όλο που δεν είχε κανένα αγαθό και δεν μπορούσε να παρουσιασθεί από τα κατορθώματά του, λέγοντας μόνο “ελέησόν με τον αμαρτωλό”, κατέβηκε από το ναό δικαιωμένος, παρά ο φαρισαίος, μολονότι βέβαια τα λόγια εκείνα δεν ήταν απόδειξη ταπεινοφροσύνης αλλά μόνο ευγνωμοσύνης. Γιατί ταπεινοφροσύνη είναι όταν κάποιος, αν και αναγνωρίζει στον εαυτό του μεγάλη αξία, δε φαντάζεται για τον εαυτό του τίποτε μεγάλο, ενώ ευγνωμοσύνη είναι όταν κάποιος, ενώ είναι αμαρτωλός, το ομολογεί αυτό. Αν όμως εκείνος που δεν αναγνώριζε στον εαυτό του κανένα αγαθό απέσπασε τόση εύνοια από το Θεό επειδή ομολόγησε αυτό ακριβώς που ήταν, πόση παρρησία θ’ απολαύσουν αυτοί που μπορούν να πουν τα πολλά τους κατορθώματα αλλά όλα τα ξεχνούν και συγκαταλέγουν τον εαυτό τους ανάμεσα στους τελευταίους; Έτσι ακριβώς έκαμε και ο Παύλος. Γιατί, αν και ήταν πρώτος απ’ όλους τους δικαίους, έλεγε ότι αυτός ήταν πρώτος από τους αμαρτωλούς (Α Τιμ. α 15) και όχι μόνο το έλεγε αλλά το είχε πιστέψει. Επειδή από το δάσκαλό του διδάχθηκε πως όταν τα κάνουμε όλα, πρέπει να ονομάζουμε τους εαυτούς μας άχρηστους δούλους (Λουκ. ιζ 10).
… Γιατί αν συμπεριφερόμαστε έστι, μας αρκεί αυτό για προσφορά και θυσία, όπως και ο Δαυΐδ έλεγε “θυσία τω θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο θεός ουκ εξουδενώσει”. Δεν είπε απλώς ταπεινωμένη, αλλά και συντριμμένη, γιατί το συντριμμένο είναι και θρυμματισμένο, ούτε βέβαια, αν θέλει, μπορεί να υπερηφανευθεί. Έτσι και εμείς ας μη ταπεινώνουμε μόνο την ψυχή μας, αλλά και ας τη συντρίψουμε και ας τη θρυμματίσουμε και συντρίβεται όταν θυμάται συνέχεια τα δικά της αμαρτήματα. Αν την ταπεινώσουμε έτσι, δεν θα μπορέσει, έστω και να το θέλει να υπερηφανευθεί, γιατί η συνείδηση σαν κάποιο χαλινάρι τη σταματάει όταν σηκώνεται και τη συγκρατεί και την πείθει να είναι μετρημένη σε όλα.
Έτσι θα μπορέσουμε να βρούμε και χάρη ενώπιον του Θεού. “όσω γαρ μέγας ει”, λέγει η Γραφή, “τοσούτω ταπείνου σεαυτόν, και εναντίον Κυρίου ευρήσεις χάριν” (Σοφ. Σειρ. 3, 18). Εκείνος όμως που βρήκε χάρη ενώπιον του Θεού, δε θα αισθανθεί καμμιά δυσκολία, αλλά και εδώ θα μπορέσει με τη χάρη του Θεού να ξεπεράσει εύκολα όλα εκείνα τα δεινά και να ξεφύγει τις τιμωρίες που υπάρχουν στη ζωή για τους αμαρτωλούς, γιατί η χάρη πηγαίνει παντού πριν απ’ αυτόν και του εξευμενίζει τα πάντα”.
“Όλοι όμως ας ταπεινώσουμε τις ψυχές μας με την ελεημοσύνη, με το να συγχωρούμε τις αμαρτίες των συνανθρώπων μας, με το να μη μνησικακούμε και με το να μην εκδικούμαστε. Αν ενθυμούμαστε συνέχεια τα σφάλματά μας, δε θα μπορέσει κανένα από τα έξω πράγματα να μας οδηγήσει σε αλαζονεία, ούτε τα πλούτη, ούτε η δύναμη, ούτε η εξουσία, ούτε η τιμή, αλλά, και αν ακόμη καθίσουμε στο βασιλικό όχημα, θα στενάξουμε πικρά. Γιατί και ο μακάριος Δαβίδ ήταν βασιλιάς και έλεγε “θα λούζω κάθε νύχτα το κρεββάτι μου”, και δε ζημιώθηκε καθόλου από τη βασιλική πορφύρα και το στέμμα και δεν αλαζονεύθηκε, και επειδή είχε συντετριμμένη την καρδιά του θρηνούσε”.
“Τι λοιπόν είναι τα ανθρώπινα πράγματα; Στάχτη και σκόνη, και σαν χνούδι μπροστά στον άνεμο, καπνός και σκια, φύλλο περιφερόμενο εδώ και εκεί και άνθος, όνειρο και μύθος και παραμύθι, άνεμος και αέρας απλώς σιγανός που φεύγει και χάνεται, φτερό που δε στέκεται, φύσημα αέρα που τρέχει και οτιδήποτε άλλο υπάρχει πιο μηδαμινό από αυτά.”
“Και αν ακόμη ανεβούμε στην ίδια κορυφή της αρετής, ας θεωρούμε τους εαυτούς μας τελευταίους απ’ όλους, αφού μάθαμε ότι και από τους ίδιους τους ουρανούς η αλαζονεία μπορεί να καταρρίψει εκείνον που δεν προσέχει, και ότι από την ίδια την άβυσσο των αμαρτημάτων η ταπεινοφροσύνη μπορεί να ανεβάσει υψηλά εκείνον που ξέρει να συμπεριφέρεται με μετριοφροσύνη. Γιατί αυτή έστησε τον τελώνη μπροστά από το φαρισαίο, ενώ εκείνη, δηλαδή η αλαζονεία και η υπερηφάνεια, νίκησε και ασώματη δύναμη, το διάβολο, ενώ η ταπεινοφροσύνη και η επίγνωση των αμαρτημάτων του εισήγαγε τον ληστή στον παράδεισο πριν από τους αποστόλους. Αν όμως αυτοί που ομολογούν τα δικά τους αμαρτήματα χαρίζουν στον εαυτό τους τόση μεγάλη παρρησία, εκείνοι που αναγνωρίζουν στον εαυτό τους πολλά αγαθά και ταπεινώνουν την ψυχή τους, πόσα στεφάνια δε θα επιτύχουν; Γιατί όταν η αμαρρτία είναι ενωμένη με την ταπεινοφροσύνη, τρέχει με τόση ευκολία ώστε να ξεπερνάει και να προλαβαίνει τη δικαιοσύνη που συνυπάρχει με την αλαζονεία. Αν λοιπόν τη συνδέσεις με τη δικαιοσύνη που δε θα φθάσει; Πόσους ουρανούς δε θα περάσει; Οπωσδήποτε θα σταθεί κοντά στο θρόνο του Θεού ανάμεσα στους αγγέλους με πολλή παρρησία. Αν πάλι η αλαζονεία που συνδέθηκε με τη δικαιοσύνη μπόρεσε με την υπερβολή και τη βαρύτητα της δικής της κακίας να ταπεινώσει την παρρησία εκείνης, αν είναι ενωμένη με την αμαρτία, σε πόση γέεννα δε θα μπορέσει να γκρεμίσει αυτόν που την έχει;
Αυτά τα λέγω όχι για να αδιαφορούμε για τη δικαιοσύνη, αλλά για να αποφύγουμε την αλαζονεία, όχι για να αμαρτάνουμε, αλλά για να είμαστε μετριόφρονες. Γιατί η ταπεινοφροσύνη είναι θεμέλιο της δικής μας αρετής. Και αν ακόμη οικοδομήσεις επάνω άπειρα, είτε ελεημοσύνη είτε προσευχές, είτε νηστεία, είτε κάθε αρετή, αν δεν τεθεί αυτή πρώτα, όλα θα οικοδομηθούν άσκοπα και μάταια, και θα πέσουν εύκολα κάτω, όπως η οικοδομή εκείνη που κτίσθηκε πάνω στην αμμο. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να σταθεί χωρίς αυτήν. Αλλά, είτε τη σωφροσύνη πεις, είτε την παρθενία, είτε την περιφρόνηση των χρημάτων, είτε οτιδήποτε άλλο, όλα είναι ακάθαρτα και μολυσμένα και βδελυρά όταν απουσιάζει η ταπεινοφροσύνη. Παντού λοιπόν ας την έχουμε μαζί μας, στα λόγια, στις πράξεις, στις σκέψεις, και μαζί της ας τα κτίζουμε αυτά.”
“Είσαι ταπεινός και μάλιστα ταπεινότερος από όλους τους ανθρώπους; Να μην υπερηφανεύεσαι γι’ αυτό ούτε να κατηγορείς τους άλλους, για να μη χάσεις το καύχημά σου. Γι’ αυτό δείχνεις ταπεινοφροσύνη, για να απαλλαγείς από την αλαζονεία. Αν λοιπόν μ’ αυτήν πέσεις σε αλαζονεία, καλύτερα να μη δείχνεις ταπεινοφροσύνη, γιατί άκου τον Παύλο που λέγει “μέσω του καλού με οδηγεί στο θάνατο, για να γίνει η αμαρτία υπερβολικά αμαρτωλή χρησιμοποιώντας την εντολή”. Όταν σου έρθει η σκέψη να θαυμάσεις τον εαυτό σου για την ταπεινοφροσύνη σου, σκέψου τον Κύριό σου που κατέβηκε, και δε θα θαυμάσεις πια τον εαυτό σου ούτε θα τον επαινέσεις, αλλά και θα το περιγελάσεις, γιατί δεν έκανε τίποτε. Οπωσδήποτε να θεωρείς τον εαυτό σου οφειλέτη. Ο,τι και αν κάνεις, θυμήσου εκείνη τη παραβολή “ποιός από σας”, λέγει, “που έχει ένα δούλο, θα του πει, όταν επιστρέψει στο σπίτι, «κάθισε να φας»; Δε θα του πει αυτό, σας λέγω, αλλά «σήκω και υπηρέτησέ με»”
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
πηγή : http://1myblog.pblogs.gr/2016/09/apo-thn-abysso-twn-amarthmatwn-h-tapeinofrosynh-mporei-na-mas-an.html Διαβάστε Περισσότερα
῾Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής ΝΙΚΟΛΑΟΣ” με αφορμή την έναρξη του νέου σχολικού έτους σε μήνυμά του προς τους μαθητές των σχολείων :
“Αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες, γονείς και καθηγητές,
Με αφορμή την έναρξη του νέου σχολικού έτους
και τον καθιερωμένο αγιασμό, θα ήθελα κι εγώ μαζί με όσους σας σκέπτονται και σας… Διαβάστε Περισσότερα
Εἰς τήν ῞Υψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ
ΦΙΛΟΘΕΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως











κλικ στον σύνδεσμο

