athos 30

“…Εκείνος που αγωνίζεται πολύ καιρό και δε βλέπει πνευματική πρόοδο, έχει υπερηφάνεια και εγωισμό.

Πνευματική πρόοδος υπάρχει εκεί που υπάρχει πολλή ταπείνωση…”

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης

 

 

Μη δώσετε ποτέ σημασία σε κανένα γήϊνον και ασταθές. Την ένωσιν της ψυχής σας μετά του Θεού να φροντίζετε.

Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής

13

Τὸν πατέρα Ἀθανάσιο οἱ συγχωριανοὶ του οἱ Κιρκιντζιῶτες τὸν ὀνόμαζαν «τὸ ἄλογο τοῦ Θεοῦ», καθὼς σήκωνε στοὺς ὤμους του μὲ μιὰ ἀπόλυτη θυσία τοῦ ἐγὼ ὅλο του τὸ ποίμνιο σὰν τὸ πιστὸ ἄλογο καὶ  μετέφερε τὸν Θεὸ στὰ σπίτια τους ὅποια ὥρα τῆς ἡμέρας ἢ τῆς νύχτας τὸ καλοῦσε ἡ ἀνάγκη. Καὶ πάντα οἱ ἀνάγκες ἦταν πολλές. Πεινοῦσαν; Διψοῦσαν;… Διαβάστε Περισσότερα

Αντί άλλης Πασχάλιας ευχής, θα σας μεταφέρω τα χαρμόσυνα αναστάσιμα βιώματα του μακαριστού γέροντα Πορφυρίου, όπως τα έζησα μια Τρίτη Διακαινησίμου στο κελλάκι του. Πήγα να τον δω σαν γιατρός. Μετά την καρδιολογική εξέταση και το συνηθισμένο καρδιογράφημα με παρεκάλεσε να μη φύγω.

Κάθησα στο σκαμνάκι κοντά στο κρεβάτι του. Έλαμπε από χαρά το πρόσωπό του. Με ρώτησε:

–… Διαβάστε Περισσότερα

Η κόρη του Χότζα.

 

(Η ιστορία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο από το: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ )

 

Όλη τη μέρα γύριζε ανάμεσα στα δεμένα καράβια. Κατέβαινε στο λιμάνι κι έφευγε το μεσημέρι. Πάλι τ’ απόγιομα για να αποτραβηχτεί το δειλινό. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Μόνο σαν είχε κάποια δουλειά ή τις ώρες που ήταν στο τζαμί έλειπε απ’ την προκυμαία. Τον υπόλοιπο καιρό ήταν συνεπής στο δρομολόγιό του.

«Τι θέλεις χότζα  στο λιμάνι;» Τον ρώτησε κάποιος.

«Μιλώ με τα καράβια», αποκρίθηκε. «Φέρνουν μηνύματα απ’ όλο τον ντουνιά».

Ήταν και μέρες που δεν φαινότανε καθόλου. Τότε όλοι καταλάβαιναν. Ο χότζας είναι άρρωστος. Κάτι έλειπε απ’ το λιμάνι της Τραπεζούντας.

Οι κινήσεις του κάθε φορά ήταν οι ίδιες. Είχαν μια στερεότυπη επανάληψη. Στην αρχή κοιτούσε από μακριά όλα τα πλοία. Λες κι ήθελε να τα χωρέσει όλα η ματιά του. Ύστερα, σκυφτός, με τα χέρια πίσω, σεργιάνιζε απ’ τη μια άκρη ίσαμε την άλλη. Σε κάθε πλεούμενο στεκότανε προς στιγμή, σαν να το καλημέριζε. Μετά προχωρούσε στο άλλο. Αν σε κάποιο δούλευε το τσούρμο, φόρτωνε, ξεφόρτωνε, μερεμέτιζε, έμενε πιο πολύ παρατηρώντας την κάθε εργασία. Οι ντόπιοι τον ήξεραν και δεν τους πείραζε. Οι άλλοι έδειχναν την ενόχλησή τους. μερικοί, οι πιο νευρικοί, τον έδιωχναν. Τότε κατέβαζε το κεφάλι και για πολλή ώρα ήταν φαρμακωμένος. Εκείνες τις στιγμές μέτραγε τους φίλους του, που άρχιζαν τ’ αστεία για να τον κάνουν να ξεχάσει. Να του πάρουν την πίκρα.

Τους ναυτικούς τους γνώριζε με τα μικρά τους ονόματα. Ακόμη πιο πολύ γνώριζε τις έγνοιες και τα βάσανά τους. Καθώς περιδιάβαζε στο μελίσσι του λιμανιού, σταματούσε εκεί που είχε χτυπήσει ο πόνος.

«Τι κάνει Μεχμέτ το παιδί σου;» ρωτούσε.

«Ψήνεται χότζα».

«Πως ξημερώθηκε;»

«Χάλια».

«Να το πας στο γιατρό. Με τα γιατροσόφια δεν κάνεις τίποτα».

«Αχ χότζα! Θέλει παράδες. Που να τους βρω;»

«Έλα στο σπίτι να τα πούμε».

«Θα έρθω». Μια αχτίδα ελπίδας άρχιζε να φαίνεται.

Άλλον τον φώναζε κοντά. Να μην ακούσουν οι γύρω.

«Πως τα βολεύεις;»

«Κάτι γίνεται χότζα μου. Δόξα στον Αλλάχ».

«Όσκελντιν. Σε σκεφτόμουν ψες βράδυ. Σ’ είχα έγνοια».

«Φχαριστώ  χότζα μου». Γλυκαινότανε η καρδιά του που κάποιος τον είχε έγνοια.

Τους ξένους δεν αργούσε να τους γνωρίσει. Συνήθως δίχως δυσκολία. Ήταν όμως και μερικοί που, όχι μόνο δεν απαντούσαν στα καλωσορίσματα του, μα έδειχναν τον κακό χαρακτήρα τους. Άλλοι πάλι τον σιχτίριζαν μόλις τον έβλεπαν απρόσκλητο στο καράβι τους. Πάλι το φαρμάκι ανέβαινε στο στόμα του.

Ήταν πρωί, κοντά στις δέκα, όταν μπήκε στο λιμάνι το τρικάταρτο μπρίκι με την ελληνική σημαία. Ο χότζας έκανε τον καθημερινό του περίπατο κι όλα γύρω είχαν πάρει τη συνηθισμένη όψη τους. τα πληρώματα ήταν στις δουλειές τους. Οι πραματευτάδες συζητούσαν με τους καπεταναίους και τους ατζέντηδες. Οι βαστάζοι μεταφέρανε τα εμπορεύματα και πιο κει οι ξέμπαρκοι έψαχναν για δουλειά. Το ελληνικό καράβι πλησίασε στο μώλο κι άρχισε τις μανούβρες για να δέσει. Απ’ τη γέφυρα ακουγόταν ο καπετάνιος να δίνει όρντινα ανάμεσα σε βρυχηθμούς και βλαστήμιες κι έξω οι εργάτες αγωνίζονταν να περάσουν τους κάβους στις δέστρες. Ο χότζας, γιομάτος χαρά, καθόταν πιο πέρα. Δεν χόρταινε να βλέπει τους ναυτικούς και γελούσε σαν μικρό παιδί με τα διάφορα απρόοπτα. Πίσω του τα πειραχτήρια του λιμανιού, δείχνοντας κοροϊδευτικά, ξεσήκωσαν τις κινήσεις και τα γέλια του.

Όταν πια έδεσε το καράβι βγήκε ο καπετάνιος και πήγε να παρουσιασθεί στο λιμενάρχη, τον «λιμάν ρεΐση». Μαζί του κι ο γραμματικός με τα πασαπόρτια και τα έγγραφα του καραβιού. Πέρασαν δίπλα του. Τους κοίταξε καλά και τους χαιρέτησε:

«Καλώς μας ήρθατε! Καλώς μας ήρθατε! Είχατε καλό ταξίδι;»

Ούτε που έκαναν τον κόπο να τον κοιτάξουν.

Μέχρι να γυρίσουν, κανείς απ’ το πλήρωμα δεν μπορούσε να βγει στη στεριά. Δυο – τρείς μάζευαν τις σαλαμάστρες κι οι λοιποί, ακουμπισμένοι στην κουπαστή, περιεργάζονταν τον έξω κόσμο. Του φάνηκαν σαν παραπονεμένα παιδιά, τιμωρημένα απ’ το γονιό τους σε περιορισμό. Πήγε κοντά κι άρχισε να τους μιλάει, όπως έκανε και σ’ άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. «Καλώς τα παιδιά». «Πώς ήταν το ταξείδι;» «Τι καλά μας φέρατε;»

Κανείς τους δεν απάντησε. Έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τη γλώσσα του. Συνέχισε όμως να ρωτά, ώσπου κάποιος ναύτης έβαλε τη φωνή:

«Κωνσταντή. Κόπιασε να δεις τι θέλει τούτος δω!»

Ο Κωνσταντής ξεπρόβαλε στο κατάστρωμα. Τον κοίταζε ερευνητικά και μετά πλησίασε στην κουπαστή.

«Θες τίποτα;» τον ρώτησε στα τούρκικα.

«Καλώς ήρθατε. Πως ήταν το ταξίδι; Καλό;» ρώτησε, χαμογελώντας.

Ο άλλος τον κοίταξε ξαφνιασμένος. «Που ξεφύτρωσε τούτος;» αναρωτήθηκε.

«Αχ καημένε» του απάντησε. «Μακριά από το σπίτι σου πουθενά δεν είναι καλά».

Αυτό ήταν. Βρήκε κάπου να κρατηθεί. Πλησίασε ακόμη λίγο κι άρχισε τις ερωτήσεις. Πόσα χρόνια ταξιδεύεις; Έχεις οικογένεια; Μάνα; Πατέρα; Ήξερε να κάνει τον άλλο ν’ ανοίγεται.

Πέρασε η ώρα κι ο χότζας δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Μετά τον Κωνσταντή ήταν η σειρά του καπετάν Θανάση. Μπήκε στην κουβέντα και το τζόβενο ο  Λευτεράκης, παιδί αμούστακο, που νοσταλγούσε τη μάνα του. Για όλους είχε έναν καλό λόγο. Ένα βάλσαμο. Διαβάστε Περισσότερα

Ο Αντρέι Βολκόβ

To Πάσχα του 2008, ο Ρώσος φυσικός Αντρέι Αλεξάντροβιτς Βολκόβ,1 του Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Ρωσίας «Ινστιτούτο Κουρτσιάτοβ»,2 τέθηκε επικεφαλής μιας επιστημονικής αποστολής που είχε ως σκοπό να διερευνήσει το θαύμα του Αγίου Φωτός. Το εγχείρημα διοργανώθηκε από τον καθηγητή Αλεξάντερ Μοσκόφσκι,3 για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ που ήταν αφιερωμένο στον ρόλο των θαυμάτων στη θρησκεία.

Το Μεγάλο Σάββατο του 2008, περί τις 09.00 το πρωί, ο Αντρέι Βολκόβ εισήλθε στον Ναό της Αναστάσεως, μαζί με τον κατάλληλο εξοπλισμό. Το βασικό όργανο που χρησιμοποίησε για τις μετρήσεις του ήταν ένα ψηφιακό οσιλοσκόπιο4 (oscilloscope), συνδεδεμένο με ένα laptop που ήταν εφοδιασμένο με το κατάλληλο λειτουργικό πρόγραμμα. Βρισκόταν σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων από τον Πανάγιο Τάφο και βασική προτεραιότητά του ήταν να καταγράψει το φάσμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε συγκεκριμένες συχνότητες.
Διαβάστε Περισσότερα

 Η Εκκλησία μας κάθε χρόνο γιορτάζει, την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος, την εορτή της Ζωοδόχου ή Ζωηφόρου Πηγής. Η εορτή αυτή καθιερώθηκε ως εξής. Στη Κων/πολη, τον 5ο αιώνα, ανευρέθη υπό του βασιλέως Λέοντος Α΄ του Θρακός (457-474), του επικαλουμένου Μακέ(λ)λη, αγίασμα της Παναγίας, πλησίον του οποίου ο βασιλεύς έκτισε μεγαλοπρεπέστατο ναό αφιερωμένο στη Ζωοδόχο ή Ζωηφόρο Πηγή, δηλαδή την Παναγία μας. Η Παναγία μας ονομάζεται έτσι, γιατί δέχθηκε μέσα στα σπλάχνα της τον χορηγό και εξουσιαστή της ζωής τον Χριστό. Έτσι για το αγίασμα που ανέβλυζε συνεχώς και παρείχε ιάσεις δίπλα στο ναό δεν μπορούσε να υπάρξει καλύτερο όνομα.  Τα εγκαίνια του ναού αυτού ετελέσθησαν την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος, και έκτοτε, καθιερώθηκε να γιορτάζει η Εκκλησία μας τη μνήμη των εγκαινίων αυτού του ναού, κάθε χρόνο την ίδια μέρα. Διαβάστε Περισσότερα

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ VIBER. Πατήστε τον σύνδεσμο

Επιλογές από Εκδηλώσεις του Συλλόγου σε Βίντεο

εικόνα κλικ στον σύνδεσμο εδώ

Aυγουστίνος Καντιώτης

Ηχητικές Ομιλίες

Συναξαριστής

Είναι μαζί μας

Επισκέψεις

Flag Counter