13

Τὸν πατέρα Ἀθανάσιο οἱ συγχωριανοὶ του οἱ Κιρκιντζιῶτες τὸν ὀνόμαζαν «τὸ ἄλογο τοῦ Θεοῦ», καθὼς σήκωνε στοὺς ὤμους του μὲ μιὰ ἀπόλυτη θυσία τοῦ ἐγὼ ὅλο του τὸ ποίμνιο σὰν τὸ πιστὸ ἄλογο καὶ  μετέφερε τὸν Θεὸ στὰ σπίτια τους ὅποια ὥρα τῆς ἡμέρας ἢ τῆς νύχτας τὸ καλοῦσε ἡ ἀνάγκη. Καὶ πάντα οἱ ἀνάγκες ἦταν πολλές. Πεινοῦσαν; Διψοῦσαν; Φοβοῦνταν; Ἀρρώσταιναν; Κριματίζονταν κι ἤθελαν νὰ ξαλαφρώσουν; τὸν ἁγνὸ κι ἀμεμφὴ παπὰ καλοῦσαν.

Τὸ χωριό τους, ὁ Κιρκιντζές, πάνω στὸ βουνό, μὲς στὰ ἀπρόσβατα δάση μὲ τὰ γάργαρα νερὰ, τὶς μυστηριώδεις σπηλιὲς καὶ τὸν καρποφόρο κάμπο κάτω μὲ τὰ εὔφορα χώματά του, μιὰ πλημμύρα ἀπὸ σιτάρι, κριθάρι, ἐλαιῶνες, συκοπερίβολα, ἦταν ὁ ἐπίγειος παράδεισος ὁ ὁποῖος ὁδηγοῦσε μέσα ἀπὸ στίλβουσες λίμνες καὶ ἀνεμοδαρμένα ποτάμια ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ χρόνο εἶχαν φουσκοθαλασσιὲς ὡς τὴν ἀρχαία Ἔφεσο, λαμπρὴ ἀκόμη καὶ μόνο μὲ τ’ ἀπομεινάρια της. Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ τόπου παρέπεμπε στὸν Παράδεισο ἀλλὰ γιὰ τὸν πατέρα Ἀθανάσιο ποὺ ἔπρεπε νὰ διασχίσει χιλιόμετρα κακοτράχαλα ἀπὸ τὸ χωριὸ πάνω στὸ βουνὸ γιὰ νὰ ἐξομολογήσει καὶ νὰ μεταδώσει τὴ Θεία κοινωνία στὸν ἑτοιμοθάνατο πιστὸ ποὺ βρισκόταν στὸ ἐξοχικό του, στὴν κούλα του, στὸν κάμπο ἢ στὸν ἀναγκεμένο ἢ στὸν κριματισμένο  ἢ στὸν ἄρρωστο,  ἦταν ἕνας Γολγοθὰς. Ἀλλὰ ἐκεῖνος τὸν πορευόταν ὄχι μόνο ἀγόγγυστα ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ λέγοντας μὲ ἀκόρεστη δίψα σ’ ὅλο τό δρόμο τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ κι ἔσπευδε μὲ ἀγάπη ἀνυπόκριτη γιὰ τὸ κάθε πλάσμα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ φυσικότητα ποὺ ὁ στοργικὸς πατέρας προστρέχει στὸ παιδί του στὴν ἀνάγκη, ταπεινὸς διάκονος, σεμνὸς ὑπηρέτης τοῦ ποιμνίου του.

Τὸ χωριό τους, ἡ ἀρχαία Ἔφεσος, λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν εὐδαίμονα Σμύρνη, δὲν κατοικοῦνταν ἀπὸ Τούρκους. Ὁ πληθυσμὸς ἦταν ἀμιγὴς ἑλληνικὸς, χριστιανικός. Ὡστόσο οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ γειτονικὰ χωριά, τὸ Μπαλατσίκ, τὸ Κιρετσλί, τὸ Χαβουτσλί  συχνὰ πυκνὰ ἔρχονταν στὸν Κιρκιντζὲ κουβαλώντας κότες, ἀβγά, τυριά, βούτυρα καὶ τὰ πουλοῦσαν στὸ παζάρι. Πολλοὶ κολλήγοι Τούρκοι δούλευαν στοὺς Ρωμιοὺς κτηματίες, κοιμοῦνταν στὰ σπίτια τους, πήγαιναν στὰ πανηγύρια τους, ἰδίως τοῦ Ἄη Γιώργη ποὺ τὸν εὐλαβοῦνταν καὶ τὸν  προσκυνοῦσαν στὰ κλεφτὰ ζητώντας του σιωπηλὰ χάρες καὶ κάνοντας τάματα. Ὁ πάπα-Θανάσης ὅλους τούς δεχόταν μὲ τὴν ἴδια εὐμένεια, ἄκουγε τοὺς καημοὺς καὶ τοὺς πόθους τους, τοὺς παρηγοροῦσε, τοὺς ἔστεργε καὶ προσευχόταν γι’αυτοὺς κι ἃς ἦταν ἀλλόθρησκοι.

Τότε ἀκόμη ἡ ζωὴ ἀνάμεσα στὶς δυὸ ἐθνότητες κυλοῦσε ὁμαλά, σέβονταν οἱ μὲν τοὺς δὲ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ 1909 ποὺ οἱ Νεότουρκοι παίρνουν ἐξοντωτικὰ μέτρα κατὰ τῶν ἀλλοεθνῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας μὲ στόχο τὴν ὑλοποίηση ἑνὸς καθαροῦ τουρκικοῦ κράτους. Σύνθημά τους: «μιὰ πατρίδα, μιὰ ἐκπαίδευση, μιὰ γλώσσα». Ὁ ἀρχιστράτηγος Σεφκὲτ Πασὰς, τὸν Ἰούνιο τοῦ 1909, μὲ ἀνοίκειο τρόπο θὰ ξεστομίσει τοὺς φριχτούς τους πόθους στὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ΄: «Θὰ σᾶς κόψουμε τὰ κεφάλια, θὰ σᾶς ἐξαφανίσουμε. Ἤ ἐμεῖς θὰ ἐπιζήσουμε ἢ ἐσεῖς»!  Ἔχει ἀποφασισθεῖ ἡ γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων τῆς  Μικρᾶς Ἀσίας κι αὐτὸ ὑλοποιεῖται μὲ μέτρα ἐξόντωσης, ἰδίως μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους τοῦ 1912-13 καὶ τὴν ἐκδίωξη τῶν Ὀθωμανῶν ἀπὸ τὰ Βαλκάνια. Ἐπιτείνονται οἱ ἀθρόοι διωγμοί, οἱ στοχευμένες δολοφονίες καὶ δημεύσεις περιουσιῶν, οἱ μαζικὲς ἀπελάσεις, γιὰ νὰ φθάσουν στὸ ἀποκορύφωμα οἱ θηριωδίες κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Α’ παγκοσμίου πολέμου 1914-1918, ὅταν ὁ Γερμανὸς στρατηγὸς Λίμαν φὸν Σάντερς ἀναλαμβάνει τὴν ἀρχιστρατηγία τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ ἐνορχηστρώνει τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ μαζικὲς σφαγές, διώξεις, πυρπολήσεις πόλεων καὶ χωριῶν.

Κι ἐνῶ οἱ δυὸ λαοὶ εἶχαν μάθει νὰ ζοῦν ἀδελφωμένοι, ἡ προπαγάνδα τῶν Νεοτούρκων πάσχιζε νὰ «ξυπνήσει» τοὺς ἀγαθοὺς ἀγράμματους Τούρκους καὶ νὰ τοὺς φανατίσει κατὰ τῶν Ρωμιῶν μὲ γερὲς δόσεις μίσους. Ὁ παλιὸς σεβασμὸς τῶν ἁπλῶν, ἀναλφάβητων Τούρκων γιὰ τοὺς ξύπνιους Ρωμιοὺς χάθηκε, τ’ ἀλισβερίσι δυσκόλεψε. Ὡστόσο κάποιες φιλίες κρατιοῦνταν ἀκόμη, ὅσοι Τοῦρκοι εἶχαν μπέσα κι ὅσοι ἦταν πιὸ νοήμονες δὲν γίνονταν ἕρμαια τῆς χονδροειδοῦς προπαγάνδας τῆς κυβέρνησής τους.

Ἕνα ἀπὸ τὰ χειρότερα καὶ πιὸ ἐξοντωτικὰ μέτρα γιὰ τὸν ἀφανισμὸ τῶν Ρωμιῶν ἦταν ἡ ὑποχρεωτικὴ στράτευσή τους στὰ ἀμελὲ ταμπουροῦ, τὰ τάγματα ἐργασίας, καθὼς τὸ Γκουβέρνο τῶν Τούρκων δὲν εἶχε ἐμπιστοσύνη στοὺς Χριστιανοὺς καὶ ὅπλα δὲν τοὺς ἔδινε. Τὰ ἀμελὲ ταμπουροῦ ἀποδείχθηκαν τάγματα θανάτου. Δεκαοχτὼ ὧρες δουλειὰ κάθε μέρα, πείνα, βούρδουλας, κρύο ἢ ἀφόρητη ζέστη ἀνάλογα τὴν ἐποχή. Ὅσοι πῆγαν καὶ λυπήθηκαν τὴ ζωὴ τους, λιποτάχτησαν. Κι ἔδωσαν στοὺς ὑπόλοιπους συνετὴ ὀρμήνεια. «Μὴν πᾶτε∙ εἶναι θάνατος». Καὶ κρύβονταν τὰ παλληκάρια μὲς στὰ λαγούμια, σὲ καταπακτές, σὲ τοίχους, σὲ ταβάνια, μέσα στὴ γῆ γιὰ νὰ μὴν τοὺς βρίσκουν οἱ τζανταρμάδες ποὺ ἔρχονταν καὶ ξανάρχονταν, ἔψαχναν, ἔβριζαν, ἀπειλοῦσαν.

  Ὁ πάπα-Θανάσης ἀνέλαβε δράση. Ἔσκαψε ὁλομόναχος κάτω ἀπὸ τὸ ὑπόγειο τῆς ἐκκλησίας ἕνα λαγούμι, ἔβαλε ὑποστυλώματα καὶ τὸ ‘φτάσε ὡς τὸ πιὸ κοντινὸ δάσος. Ὅποιος ἦταν κρυμμένος ἐκεῖ, ἄκουγε τὸ σύνθημα τοῦ παπᾶ ὅτι ἦλθαν τζανταρμάδες κι ἔσπευδε νὰ  ἐξαφανισθεῖ στὸ δάσος. Τὸν παπὰ τὸν βοηθοῦσε κι ἕνας χωροφύλακας στὸ τούρκικο Καρακόλι, ὁ Ρεσάτ. Ἦταν φαμελίτης ἄνθρωπος μὲ ἕξι ἀγόρια κι ἕνα κορίτσι, τὸ μικρότερο, ποὺ τ’ ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα. Ὅταν ἡ Ἀϊσὲ του ἀρρώστησε καὶ τὰ μαντζούνια τοῦ Χότζα δὲν μποροῦσαν νὰ τὴ γιατρέψουν, πῆγε νύχτα, χτύπησε τὴν πόρτα τοῦ πάπα-Θανάση κι ἔπεσε στὰ πόδια του. «Ἐσὰς τοὺς Ρωμιοὺς σᾶς ἀκούει πιὸ πολὺ ὁ δικός σας Ἀλλάχ∙ παρακάλεσέ τον νὰ γιατρέψει τὴν Ἀϊσέ μου». Ὅταν τὸ κορίτσι ἀνάρρωσε, τὸ πῆρε μαζί του καί, πάλι κρυφά, μιὰ νύχτα ξαναχτύπησε τὴν πόρτα τοῦ καλοῦ λευίτη. Τοῦ καταφίλησε τὰ χέρια, τοῦ ‘δειξε τὸ γερὸ κορίτσι μὲ καμάρι καὶ τοῦ ‘πε: «τὸ καλὸ πού  μοῦ ‘καμες δὲν θὰ τὸ ξεχάσω ποτέ. Θὰ βρῶ τρόπο νὰ στὸ ξεπληρώσω ἀλλὰ καὶ πάλι χρεώστης θὰ εἶμαι». Αὐτὸς ὁ Ρεσὰτ ἐρχόταν καὶ μαρτυροῦσε στὸν ἱερέα ποιανοῦ τὸ χαρτὶ γιὰ τὴ στράτευση ἔφτασε στὸ καρακόλι. Καὶ τὸ παλληκάρι ὡς διὰ μαγείας ἐξαφανιζόταν ἀπὸ προσώπου γῆς. Κι ὅσο κι ἂν τὸ ‘ψαχναν οἱ τζανταρμάδες, αὐτὸ μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ πατρὸς Ἀθανασίου εἶχε περάσει ἀπέναντι, στὴν Ἑλλάδα.

Ὅταν στὶς 2 Μαΐου 1919 προσάραξαν 18 ἑλληνικὰ πλοῖα στὸ λιμάνι τῆς Σμύρνης κι ἀποβίβασαν ἑλληνικὸ στρατὸ, οἱ Κιρκιντζιῶτες πανηγύρισαν μὲ ξέφρενο ἐνθουσιασμό. Ἦλθαν τ’ ἀδέλφια, οἱ Ἕλληνες. Κι ὅταν πάτησε ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς στὸ χωριὸ, τί παραλήρημα χαρᾶς, τί πρόσωπα ἀκτινοβόλα, ἔξαλλες ἐκδηλώσεις, φρενίτιδα, σημαῖες, τραγούδια, λουλούδια νὰ ραίνουν τοὺς Ἕλληνες φαντάρους, προικιὰ νὰ στρώνονται στὰ καλντερίμια γιὰ νὰ πατήσουν. Κι ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος μὲ τὰ πιὸ λαμπρά του ἄμφια, τὰ πασχαλινά, πρωτοστατοῦσε στὴ χαρὰ μὲ μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας  βρεφοκρατούσας κι ἔψαλλε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη μὲ ὄψη ἀγαλλιώσα.

Τώρα ὁ φόβος εἶχε ἀλλάξει μεριά. Οἱ Κιρκιντζιῶτες, μόλις ἀπελευθερώθηκαν τὰ μέρη τους, ἔτρεξαν κι ἅρπαξαν τὰ ὅπλα ἀπὸ τὶς γερμανικὲς ἀποθῆκες πολεμικοῦ ὑλικοῦ, κοντὰ στὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας πόλης. Καί, πρὶν προλάβει ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος, μερικοὶ ἐπιδόθηκαν σὲ πράξεις ἀντεκδίκησης, κινημένοι ἀπὸ ὑποχθόνια μάνητα τόσων χρόνων ραγιάδικης ζωῆς. Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος «ἔκοψε μὲ τὸ μαχαίρι» κάθε διάθεση τοῦ ποιμνίου του νὰ ἐπιδοθεῖ σὲ ἀγριότητες κατὰ τῶν Τούρκων. Ἔκανε ἕνα κήρυγμα τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία ποὺ ράγισαν κι οἱ πέτρες ἀπὸ συγκίνηση. Πῆρε σβάρνα κι ἐπισκέφθηκε καὶ τὰ σπίτια τῶν πιὸ θερμοκέφαλων καί, κουβέντα στὴν κουβέντα, μὲ νουθεσίες καὶ διδαχὲς, μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴ Βίβλο καὶ μὲ παραβολὲς ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, κυρίως ὅμως μὲ τὴν ἴδια του τὴν προσωπικότητα τὴν πραεία καὶ ταπεινή, τοὺς ἡμέρωσε. Μὲ ἄγρυπνα μάτια καὶ αὐτιὰ προστάτευσε τοὺς Τούρκους τῶν γύρω περιοχῶν καὶ κράτησε τοὺς πιστούς του νὰ μὴν κριματισθοῦν. «Βλέπετε τὰ κρόσια στὸ πετραχήλι μου; τοὺς ἔλεγε συχνά. Εἶναι οἱ ψυχές σας ποὺ κρέμονται ἀπὸ τὸ λαιμὸ.

(Συνεχίζεται στό ἐπόμενο τεῦχος)

Φάνυ  Κουντουριανοὺ – Μανωλοπούλου.

Αντιγραφή από το τρέχον τεύχος του περιοδικού “ΚΥΡΙΑΚΗ”. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ VIBER. Πατήστε τον σύνδεσμο
Επιλογές από Εκδηλώσεις του Συλλόγου σε Βίντεο
εικόνα κλικ στον σύνδεσμο εδώ

Aυγουστίνος Καντιώτης
Ηχητικές Ομιλίες
Συναξαριστής
Είναι μαζί μας
Επισκέψεις
Flag Counter