Λόγον ωφελείας
Η κόρη του Χότζα.
(Η ιστορία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο από το: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ )
Όλη τη μέρα γύριζε ανάμεσα στα δεμένα καράβια. Κατέβαινε στο λιμάνι κι έφευγε το μεσημέρι. Πάλι τ’ απόγιομα για να αποτραβηχτεί το δειλινό. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Μόνο σαν είχε κάποια δουλειά ή τις ώρες που ήταν στο τζαμί έλειπε απ’ την προκυμαία. Τον υπόλοιπο καιρό ήταν συνεπής στο δρομολόγιό του.
«Τι θέλεις χότζα στο λιμάνι;» Τον ρώτησε κάποιος.
«Μιλώ με τα καράβια», αποκρίθηκε. «Φέρνουν μηνύματα απ’ όλο τον ντουνιά».
Ήταν και μέρες που δεν φαινότανε καθόλου. Τότε όλοι καταλάβαιναν. Ο χότζας είναι άρρωστος. Κάτι έλειπε απ’ το λιμάνι της Τραπεζούντας.
Οι κινήσεις του κάθε φορά ήταν οι ίδιες. Είχαν μια στερεότυπη επανάληψη. Στην αρχή κοιτούσε από μακριά όλα τα πλοία. Λες κι ήθελε να τα χωρέσει όλα η ματιά του. Ύστερα, σκυφτός, με τα χέρια πίσω, σεργιάνιζε απ’ τη μια άκρη ίσαμε την άλλη. Σε κάθε πλεούμενο στεκότανε προς στιγμή, σαν να το καλημέριζε. Μετά προχωρούσε στο άλλο. Αν σε κάποιο δούλευε το τσούρμο, φόρτωνε, ξεφόρτωνε, μερεμέτιζε, έμενε πιο πολύ παρατηρώντας την κάθε εργασία. Οι ντόπιοι τον ήξεραν και δεν τους πείραζε. Οι άλλοι έδειχναν την ενόχλησή τους. μερικοί, οι πιο νευρικοί, τον έδιωχναν. Τότε κατέβαζε το κεφάλι και για πολλή ώρα ήταν φαρμακωμένος. Εκείνες τις στιγμές μέτραγε τους φίλους του, που άρχιζαν τ’ αστεία για να τον κάνουν να ξεχάσει. Να του πάρουν την πίκρα.
Τους ναυτικούς τους γνώριζε με τα μικρά τους ονόματα. Ακόμη πιο πολύ γνώριζε τις έγνοιες και τα βάσανά τους. Καθώς περιδιάβαζε στο μελίσσι του λιμανιού, σταματούσε εκεί που είχε χτυπήσει ο πόνος.
«Τι κάνει Μεχμέτ το παιδί σου;» ρωτούσε.
«Ψήνεται χότζα».
«Πως ξημερώθηκε;»
«Χάλια».
«Να το πας στο γιατρό. Με τα γιατροσόφια δεν κάνεις τίποτα».
«Αχ χότζα! Θέλει παράδες. Που να τους βρω;»
«Έλα στο σπίτι να τα πούμε».
«Θα έρθω». Μια αχτίδα ελπίδας άρχιζε να φαίνεται.
Άλλον τον φώναζε κοντά. Να μην ακούσουν οι γύρω.
«Πως τα βολεύεις;»
«Κάτι γίνεται χότζα μου. Δόξα στον Αλλάχ».
«Όσκελντιν. Σε σκεφτόμουν ψες βράδυ. Σ’ είχα έγνοια».
«Φχαριστώ χότζα μου». Γλυκαινότανε η καρδιά του που κάποιος τον είχε έγνοια.
Τους ξένους δεν αργούσε να τους γνωρίσει. Συνήθως δίχως δυσκολία. Ήταν όμως και μερικοί που, όχι μόνο δεν απαντούσαν στα καλωσορίσματα του, μα έδειχναν τον κακό χαρακτήρα τους. Άλλοι πάλι τον σιχτίριζαν μόλις τον έβλεπαν απρόσκλητο στο καράβι τους. Πάλι το φαρμάκι ανέβαινε στο στόμα του.
Ήταν πρωί, κοντά στις δέκα, όταν μπήκε στο λιμάνι το τρικάταρτο μπρίκι με την ελληνική σημαία. Ο χότζας έκανε τον καθημερινό του περίπατο κι όλα γύρω είχαν πάρει τη συνηθισμένη όψη τους. τα πληρώματα ήταν στις δουλειές τους. Οι πραματευτάδες συζητούσαν με τους καπεταναίους και τους ατζέντηδες. Οι βαστάζοι μεταφέρανε τα εμπορεύματα και πιο κει οι ξέμπαρκοι έψαχναν για δουλειά. Το ελληνικό καράβι πλησίασε στο μώλο κι άρχισε τις μανούβρες για να δέσει. Απ’ τη γέφυρα ακουγόταν ο καπετάνιος να δίνει όρντινα ανάμεσα σε βρυχηθμούς και βλαστήμιες κι έξω οι εργάτες αγωνίζονταν να περάσουν τους κάβους στις δέστρες. Ο χότζας, γιομάτος χαρά, καθόταν πιο πέρα. Δεν χόρταινε να βλέπει τους ναυτικούς και γελούσε σαν μικρό παιδί με τα διάφορα απρόοπτα. Πίσω του τα πειραχτήρια του λιμανιού, δείχνοντας κοροϊδευτικά, ξεσήκωσαν τις κινήσεις και τα γέλια του.
Όταν πια έδεσε το καράβι βγήκε ο καπετάνιος και πήγε να παρουσιασθεί στο λιμενάρχη, τον «λιμάν ρεΐση». Μαζί του κι ο γραμματικός με τα πασαπόρτια και τα έγγραφα του καραβιού. Πέρασαν δίπλα του. Τους κοίταξε καλά και τους χαιρέτησε:
«Καλώς μας ήρθατε! Καλώς μας ήρθατε! Είχατε καλό ταξίδι;»
Ούτε που έκαναν τον κόπο να τον κοιτάξουν.
Μέχρι να γυρίσουν, κανείς απ’ το πλήρωμα δεν μπορούσε να βγει στη στεριά. Δυο – τρείς μάζευαν τις σαλαμάστρες κι οι λοιποί, ακουμπισμένοι στην κουπαστή, περιεργάζονταν τον έξω κόσμο. Του φάνηκαν σαν παραπονεμένα παιδιά, τιμωρημένα απ’ το γονιό τους σε περιορισμό. Πήγε κοντά κι άρχισε να τους μιλάει, όπως έκανε και σ’ άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. «Καλώς τα παιδιά». «Πώς ήταν το ταξείδι;» «Τι καλά μας φέρατε;»
Κανείς τους δεν απάντησε. Έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τη γλώσσα του. Συνέχισε όμως να ρωτά, ώσπου κάποιος ναύτης έβαλε τη φωνή:
«Κωνσταντή. Κόπιασε να δεις τι θέλει τούτος δω!»
Ο Κωνσταντής ξεπρόβαλε στο κατάστρωμα. Τον κοίταζε ερευνητικά και μετά πλησίασε στην κουπαστή.
«Θες τίποτα;» τον ρώτησε στα τούρκικα.
«Καλώς ήρθατε. Πως ήταν το ταξίδι; Καλό;» ρώτησε, χαμογελώντας.
Ο άλλος τον κοίταξε ξαφνιασμένος. «Που ξεφύτρωσε τούτος;» αναρωτήθηκε.
«Αχ καημένε» του απάντησε. «Μακριά από το σπίτι σου πουθενά δεν είναι καλά».
Αυτό ήταν. Βρήκε κάπου να κρατηθεί. Πλησίασε ακόμη λίγο κι άρχισε τις ερωτήσεις. Πόσα χρόνια ταξιδεύεις; Έχεις οικογένεια; Μάνα; Πατέρα; Ήξερε να κάνει τον άλλο ν’ ανοίγεται.
Πέρασε η ώρα κι ο χότζας δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Μετά τον Κωνσταντή ήταν η σειρά του καπετάν Θανάση. Μπήκε στην κουβέντα και το τζόβενο ο Λευτεράκης, παιδί αμούστακο, που νοσταλγούσε τη μάνα του. Για όλους είχε έναν καλό λόγο. Ένα βάλσαμο. Διαβάστε Περισσότερα

Ξέχασε, λοιπόν, τις ξένες αμαρτίες, για να ξεχάσει και ο Κύριος τις δικές σου. Γιατί αν πεις, “Τιμώρησε τον εχθρό μου”, έκλεισες το στόμα σου. Έχασε πια η γλώσσα σου το δικαίωμα να μιλάει στο Θεό. Πρώτα-πρώτα επειδή εξαρχής Τον παρόργισες, κι υστέρα επειδή ζητάς πράγματα που είναι αντίθετα στον ίδιο το χαρακτήρα της προσευχής.
Αφού, δηλαδή, προσέρχεσαι για να ζητήσεις συγχώρηση αμαρτημάτων, πώς μιλάς για τιμωρία; Το αντίθετο έπρεπε να κάνεις, να παρακαλάς για τους άλλους, ώστε στη συνέχεια να παρακαλέσεις με παρρησία και για τον εαυτό σου. Αν προσευχηθείς για τους συνανθρώπους σου, τα πέτυχες όλα, έστω κι αν δεν πεις το παραμικρό για τις δικές σου αμαρτίες. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ζοφερό από μια ψυχή που μνησικακεί και μισεί.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ακάθαρτο από μια γλώσσα που κακολογεί και καταριέται. Ανθρωπος είσαι, μη γίνεσαι θηρίο. Το στόμα σου δόθηκε όχι για να δαγκώνεις, αλλά για να παρηγορείς με τα λόγια σου. Ο Θεός σε πρόσταξε να συγχωρείς, κι εσύ Τον παρακαλάς να καταργήσει τη δική Του εντολή; Δεν σκέφτεσαι ότι ευχαριστιέται και γελάει ο διάβολος, όταν ακούει μια τέτοια προσευχή; Δεν συλλογίζεσαι ότι, από το άλλο μέρος, λυπάται ο Θεός, ο Πλάστης σου, ο Ευεργέτης σου, ο Σωτήρας σου;
“Μα αδικήθηκα”, λες, “και είμαι πικραμένος”. Τότε, λοιπόν, προσευχήσου εναντίον του διαβόλου, που μας αδικεί περισσότερο από κάθε άλλον. Γιατί αυτός δημιουργεί και τους εχθρούς και τις έχθρες, αυτός είναι ο μεγάλος και μοναδικός εχθρός σου, με τον οποίο δεν είναι δυνατό να συμφιλιωθείς ποτέ. Ο συνάνθρωπος, απεναντίας, όσα κι αν σου κάνει, είναι αδελφός σου. Γι’ αυτό οφείλεις να προσεύχεσαι για το καλό του, για την ευτυχία του, για τη μετάνοια και τη σωτηρία του. Ας φροντίσουμε λοιπόν, αγαπητοί μου, να ζούμε και να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου, για να είναι καρποφόρα η προσευχή μας και να πετύχουμε τη βασιλεία των ουρανών.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
(…)Η πνευματική ζωή δεν είναι να αποκτήσω κάτι που δεν έχω, αλλά να ανακαλύψω αυτό που ήδη έχω, να ζωογονήσω μέσα μου αυτό που έλαβα από τον Θεόν. Αυτή είναι η δική μας νέκρα, το ότι δεν νοιώθουμε, δεν είναι ζωντανό για μας, αυτό που ήδη μας έχει δώσει ο Θεός. Ο Θεός εξετέλεσε το έργο του, πεπλήρωκε την αποστολή… Διαβάστε Περισσότερα
– Πάτερ Ραφαήλ, αναφέρατε πολλές φορές την αληθινή αγάπη, στην οποία εμπεριέχονται η συγχώρηση, νηστεία, η θυσία. Πώς εξηγείτε το ότι αυτή η αγάπη κατάντησε να γίνει εμπαθής;
– Κάθε άνθρωπος ζητάει την αλήθεια, αναζητά τη ζωή. Ψάχνει να βρει από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Θυμάμαι που είχε πει κάποτε ο γέροντας Σωφρόνιος: «Κανένας άνθρωπος δεν θέλει να αμαρτήσει». Και ακούγοντάς το έμεινα έκπληκτος, διότι ήξερα ότι όλοι θέλουμε να αμαρτήσουμε, μόνο που απαγορεύεται. Όμως, πράγματι, δεν είναι αλήθεια! Αυτό που ζητάει ο άνθρωπος δεν είναι η αμαρτία. Η αμαρτία ουσιαστικά είναι μια παραμόρφωση. Η αμαρτία είναι το μη ον, δεν υπάρχει. Δεν τη δημιούργησε ο Θεός και ό,τι δεν δημιούργησε ο Θεός, δεν υπάρχει.
Τι είναι αμαρτία; Αυτό που είπαμε: μια παραμόρφωση. Για παράδειγμα θα σας πω μια ιδέα που ήρθε στον νου μου για τη βρομιά,για την κοπριά, ας πούμε.
Το ότι στον σταύλο υπάρχει κοπριά δεν μας ενοχλεί, μόνο που πρέπει, πού και πού, να την καθαρίζεις. Για το χωράφι μου, όπου θα σπείρω σιτάρι, η κοπριά είναι χρυσός, αλλά για το χαλί του σαλονιού μου -όχι, ευχαριστώ! Εκεί είναι βρομιά! Η βρομιά δεν έχει να κάνει με το “τι είναι”, αλλά με το “πού είναι”. Κάπως έτσι γίνεται και με την αμαρτία.
Το ίδιο συμβαίνει και με την αγάπη -που είναι το ερώτημά σας. Ο Θεός είναι αγάπη! Το περασμένο καλοκαίρι επισκέφτηκα τρεις φορές τον γέροντα Διονύσιο τον Αγιορείτη, έναν ενάρετο Ρουμάνο γέροντα. Ανάμεσα στα άλλα, τρεις φορές είπε αυτόν τον λόγο: «Αδελφοί, φυλάτε την αγάπη- διότι η αγάπη είναι από τον Θεό!» Και βέβαια είναι από τον Θεό, αφού είναι ο ίδιος ο Θεός! Διαβάστε Περισσότερα
Ερώτηση: Πάτερ Ραφαήλ, πώς μπορώ να φυλάγομαι από τους κακούς λογισμούς που μου έρχονται στον νου;
Απάντηση: Δεν μπορείς να φυλάγεσαι! Όλα αυτά που αποκαλούμε εντολές του Θεού, όλα όσα μας φαίνονται φοβερά δύσκολα, δεν είναι απλώς δύσκολα: είναι αδύνατα! Όταν αισθάνεσαι απελπισμένος, όταν φτάνεις στο σημείο να πεις: «Θα μπορέσω άραγε κάποτε εγώ να πετύχω το τάδε;», η φύση… Διαβάστε Περισσότερα
Σταθήτε όλα τα σύμπαντα, όλοι οι υπάρχοντες κόσμοι, και όλα τα όντα! Κάτω όλαι αι καρδίαι, όλοι οι νόες, όλαι αι ζωαί, όλα αι αθανασίαι, όλαι αι αιωνιότητες! Διότι, όλα αυτά άνευ του Χριστού είναι δι’ έμε κόλασις. η μία κόλασις δίπλα εις την άλλην κόλασιν. Όλα είναι αναρίθμητοι και ατελεύτητοι κολάσεις και εις ύψος και εις το βάθος και… Διαβάστε Περισσότερα

«Όταν τα μικρά παιδάκια περνούν με τους γονείς τους έξω από κάποια βιτρίνα και θέλουν κάτι που τους αρέσει, τότε κρατούν την μητέρα τους από το φουστάνι και την τραβάνε και κλαίνε και κτυπιούνται μέχρι να την εξαναγκάσουν να τους το αγοράσει.
Έτσι και εμείς με επιμονή και υπομονή παραμένουμε στην προσευχή μέχρι να μας ακούσει ο Θεός.
Έτσι και… Διαβάστε Περισσότερα







κλικ στον σύνδεσμο

