Ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὸ θάνατο, δύο εἶναι οἱ φόβοι ποὺ παρατηροῦμε: ἀφενὸς τὸ φόβο τοῦ θανάτου, ἑνὸς κοινοῦ δεδομένου γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι φυσικὸ καὶ ἀφορᾶ ὅλες τὶς ἡλικίες· εἶναι ὁ παράλογος φόβος τοῦ παιδιοῦ ποὺ δὲν θέλει νὰ κοιμηθεῖ καὶ ἀγωνίζεται ἐνάντια στὴ νύστα, ἀπὸ φόβο μήπως δὲν ξυπνήσει. Εἶναι ὁ φόβος ποὺ κυμαίνεται σὲ ποικίλους βαθμούς, ἀπὸ τὸν πραγματικό, λογικὸ φόβο μέχρι τὴ φοβία ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ καταστρέψει ὁλόκληρη τὴ ζωή. Ἐνεργοποιεῖται μόλις προσεγγίσει κάποιος δυνάμει κίνδυνος· καθημερινὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία μας μὲ τοὺς ἀσθενεῖς ποὺ πρέπει νὰ ὑποστοῦν κάποια ἐπέμβαση μὲ ἀναισθησία, ὅταν, προσπαθώντας νὰ κρύψουν τὸ φόβο τους, ρωτοῦν μεταξὺ ἀστείου καὶ σοβαροῦ ἂν θὰ ξυπνήσουν ἢ ὅταν ἀρνοῦνται τὴν ἐπέμβαση ὄχι ἀπὸ φόβο γιὰ τὴν ἰατρικὴ πράξη ὅσο διότι φοβοῦνται αὐτὸ τὸ ἄγνωστο, ποὺ λέγεται τεχνητὸς ὕπνος, καὶ τὸν ὁποῖο ὑποσυνείδητα παρομοιάζουν μὲ μιὰ μορφὴ θανάτου. Μὲ αὐτὸν τὸ φόβο τοῦ θανάτου βρισκόμαστε οὐσιαστικὰ μπροστὰ σ’ἕνα ἔλλειμμα πίστεως. «Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα….»
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ θανάτου, ἔχουμε καὶ ἕνα δεδομένο πολὺ πιὸ σύνθετο καὶ δύσκολα διακριτό, ποὺ εἶναι ὁ φόβος τῶν τελευταίων στιγμῶν. Ἀγγίζουμε τώρα τὴν καρδιὰ τῶν πρακτικῶν προβλημάτων, ὅπου τά ἐρωτήματα εἶναι ποικίλα: Πόσο θὰ κρατήσει; Πῶς θὰ εἶναι; Πόσος θὰ εἶναι ὁ πόνος ἢ ἡ ἀγωνία; Ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς αὐτοεικόνας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας, γιὰ τὴ φυσικὴ φθορά, τὴν ψυχικὴ ἀλλαγή, τὴ διαρκῶς αὐξανόμενη ἐξάρτηση, ἐρωτήματα στὰ ὁποῖα οἱ ἀπαντήσεις τῆς ἰατρικῆς καὶ τῆς πίστεως ἀλληλοσυμπληρώνονται. Μὲ τὸ φόβο αὐτὸ τῶν τελευταίων στιγμῶν προσεγγίζουμε πλέον τὸ χῶρο τῶν παρηγορητικῶν φροντίδων, στὸ τελικὸ στάδιο τῶν ἀνίατων ἀσθενειῶν. «Αἰτησώμεθα», λοιπὸν ὄχι μόνον «χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἠμῶν» ἀλλὰ καὶ «ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά».
Θὰ ἦταν κάπως τεχνητὸ νὰ διαχωρίσουμε τὴν προβληματική τῶν δύο αὐτῶν φόβων, τοῦ θανάτου καὶ τῶν τελευταίων στιγμῶν, οἱ ὁποῖοι συνυπάρχουν σὲ ποικίλους βαθμούς. Ἐπιτρέψτε μου, ὅμως, νὰ τὸ κάνω μόνο καὶ μόνο γιὰ τὴ σαφήνεια τῶν σκέψεων ποὺ ἀκολουθοῦν.
Γιὰ ἕναν ὀρθόδοξο χριστιανό, ὁ θάνατος δὲν ἀντιπροσωπεύει ἕνα τέλος, ἕναν τοῖχο πέρα ἀπὸ τὸν ὁποῖο βρίσκεται τὸ μηδέν. Ἀντιπροσωπεύει ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωὴ στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἀπὸ τὴν προσωρινότητα στὴν αἰωνιότητα. Εἶναι, κατὰ τὸν Ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης, «ὁ τρόπος πρόσβασης στὴν ἀθανασία» ἤ, ὅπως λέει ὁ ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ, «ἡ ἀρχὴ τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ βιβλίου τῆς Ζωῆς». Ὑπ’αὐτὴ τὴν ἔννοια, θάνατος δὲν ὑφίσταται πιά, πρόκειται γιὰ μιὰ κοίμηση. Μποροῦμε νὰ τὸν συγκρίνουμε μὲ τὴν Ὡραία Πύλη ποὺ ἔχουμε στὶς ἐκκλησίες μας, μὲ πέρασμα ἀπὸ τὸν γήινο νάρθηκα στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο. Πράγματι, ὁ μόνος πραγματικὸς θάνατος εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι ὡς θεία τιμωρία ἀλλὰ ὡς ἐλεύθερη καὶ ἑκούσια ἐπιλογὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν θέλει πιὰ νὰ ἀκούει τὴ φωνὴ τοῦ Πνεύματος ἀλλὰ τοῦ διαβόλου, ἀπὸ τὸ φθόνο τοῦ ὁποίου ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὸν κόσμο. Αὐτὸν τὸ θάνατο γεύονται ὅσοι τοῦ ἀνήκουν, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ἡ Σοφία «φθόνῳ δὲ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον» (2: 24).
π. Dominique Beaufils, Εἴμαστε ὅλοι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ;
περιοδικό ΚΥΡΙΑΚΗ,τεύχος 12
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.