Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου – Καθηγουμένου

Ἱ.Μ. Μεταμορφώσεως Σοχοῦ Λαγκαδᾶ

 

            Ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε…

            Μέσα στήν πνευματική ξεραΐλα τῆς μοντέρνας Παιδείας μας, στά «ἄθεα γράμματα» τοῦ σύγχρονου σχολείου, μέσα στήν πυρκαϊά πού ἄναψαν οἱ σκοτεινοί νόες τῆς σύγχρονης Διανόησης, Δημοσιογραφίας καί Τηλεοψίας, μέσα στίς τεκτονικές σεισμικές δονήσεις πού σωριάζει τά πάντα ἡ σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε… Μέσα στόν κατακλυσμό πού πάει νά πνίξει τήν ἀειθαλῆ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοσή μας. Ἔλα κύρ – Ἀλέξανδρε, μεγάλε Ἀλέξανδρε τῆς Λογοτεχνίας μας… Ἔλα νά μᾶς ξαναπῆς δυνατά στά κωφάλαλα παιδιά σου τ’ ἀθάνατά σου λόγια, τή γλυκειά σου ὁμολογία: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καί ἀναπνέω δέν θά παύσω νά ὑμνῶ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου, νά ζωγραφίζω τήν Ἑλληνική Φύση καί νά περιγράφω τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῆς Πατρίδας μου».

            Ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε, ξύπνα γιά νά ξυπνίσεις ἐμᾶς τούς κοιμισμένους Νεοέλληνες. Ξύπνα γιά νά πῆς ἄλλη μιά φορά : «Ξύπνα καημένε μου ραγιά ξύπνα νά δῆς τή λευτεριά». Ἔλα νά δῆς τά χάλια μας. Τά χάλια τῆς σύγχρονης Ἑλλάδος πού πρόδωσε τήν Ἱστορία της, τήν γλῶσσα της, τήν Παράδοσή της. Πού γίνηκε δούλη τῆς ἄθεης, σοδομικῆς Ε.Ε. καί τοῦ θηρίου τοῦ Δ.Ν.Τ… Ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε νά καμαρώσεις τή σύγχρονη Βουλή τῶν Ἑλλήνων μέ τούς πουλημένους βο(υ)λευτές της, ἀντρείκελα τοῦ Καπιταλισμοῦ καί ἄχυρα τοῦ Μαρξισμοῦ.

            Ἔλα νά μᾶς παρηγορήσεις, νά μᾶς δροσίσεις, νά μᾶς ξαναβαπτίσεις στή κολυμβήθρα τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης. Ἔλα νά φράξεις τόν δρόμο τῆς δειλίας στά παιδιά τῆς Ἑλλάδος πού φεύγουν ἔξω στήν σκοτεινή καί ἀλλόδοξη Ἑσπερία, ἐγκαταλείποντας τήν Μάνα Πατρίδα.

 

1.    ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ

 

Ὁ ἀπαράμιλλος διηγηματογράφος μας, ὁ Παπαδιαμάντης κατά τόν Κωστή Παλαμᾶ δέν εἶναι μόνο διηγηματογράφος, ἀλλά καί ποιητής. Ἡ διηγηματογραφία Του εἶναι ποίηση.

Τό πρῶτο ἔργο του ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ εἶναι ὑπέροχο. Ὅσα περιγράφει σ’ὅλα τά ἔργα του σχεδόν εἶναι πράγματα πού ἔχουν συμβεῖ ἤ μπορεῖ νά συμβαίνουν μέσα στή ζωή τῶν συνανθρώπων του, τούς ὁποίους ζωγραφίζει ἤ ἀνατέμνει μέ μιά ἀξιοζήλευτη ψυχογνωστική δεξιοτεχνία.

Στήν ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ ὁ παπα – Κυριάκος μαζί μέ μιά ὁμάδα προσκυνητῶν καί προσκυνητριῶν ἀποφασίζει νά κάνει Πάσχα στούς ξωμερίτες (=ἀγρότες πού διέμεναν ἔξω στά κτήματα) στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Γράφει: …«Καλά τό ἔλεγεν ὁ μπαρμπα – Μηλιός, ὅτι τό ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νά μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καί οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγύς νά πληρωθῆ, ὅσον αὐτή διότι δίς ἐκινδύνευσε νά ἐπαληθεύσῃ, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ Θεός ἔδωκε καλήν φώτισιν εἰς τούς ἁρμοδίους καί οἱ πτωχοί χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καί αὐτοί νά ἀκούσωσι τόν καλόν λόγον καί νά φάγωσι καί τό κόκκινο αὐγό… Ὁ μπαρμπα – Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τόν προεστόν εἰς τά Καλύβια, καί ἤθελε νά ἑορτάσῃ τό Πάσχα ὅπως αὐτός ἐννόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δέν ἤθελε νά ἐκθέσῃ τήν γυναῖκά του εἰς τά ὄμματα τοῦ πλήθους, καί ὁ μπαρμπ’ Ἀναγνώστης, χωρικός ὅστις «τά ἤξευρεν ἀπ’ ἔξω ὅλα τά γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλά δέν ἠδύνατο ν’ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπό μέσα», καί ἐπεθύμει νά ψάλλῃ τό «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε», – οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καί πολλοί ἠσπάσθησαν τήν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντός τρόπου νά πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν’ ἀνέλθῃ εἰς τά Καλύβια νά τούς λειτουργήσῃ.

»Ὁ καταλληλότερος δέ, κατά τήν γνώμην πάντων, ἱερεύς τῆς πόλεως, ἦτο ὁ παπα – Κυριάκος, ὅστις δέν ἦτο «ἀπό μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καί συγγένειαν μέ τινας τῶν ἐξωμεριτῶν, καί τούς κατεδέχετο…

»…Ἡ Πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὧρες νά φέξῃ», καί ὁ μπαρμπ’ Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τόν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καί πλῆκτρον, περιήρχετο τά Καλύβια θορυβωδῶς κρούων ὅπως ἐξεγείρῃ τούς χωρικούς.

»Εἰσῆλθον εἰς τό μικρόν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου. Εἷς μετά τόν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοί μέ τάς χωρικάς των καί μέ τά καλά των ἐνδύματα…»

Ὁ παπα – Κυριακός ἔβαλε «εὐλογητός», ὁ μπαρμπ’ – Ἀναγνώστης ἄρχισε νά τά λέει «ὅλα ἀπ’ ἔξω, τήν προκαταρκτικήν προσευχήν καί τόν κανόνα τό «Κύματι θαλάσσης», μετά τό «δεῦτε λάβετε φῶς» καί τό «Χριστός Ἀνέστη» ἔψαλλε τόν κανόνα τοῦ Πάσχα καί ὁ ἱερεύς ἑτοιμαζόταν νά «πάρῃ καιρόν» γιά νά λειτουργήσει.

Τότε συνέβη κάτι τό λυπηρό πού ἐτάραξε τόν παπα Κυριακό καί ὅλο τό Ἐκκλησίασμα. Ὁ γυιός τοῦ ἱερέως ὀνόματι Ζάχος ἦρθε λαχανιασμένος καί φανέρωσε στόν πατέρα του παπα – Κυριακόν ὅτι ὁ συνεφημέριός του παπα – Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας πού θά λειτουργοῦσε στό χωριό ἔκλεπτε τά πρόσφορα. Μέ ὁλοφάνερη ταραχή καί πολύ θυμό ὁ παπα – Κυριακός «ξεφοράει» τά ἄμφιά του, καί κατηφορίζει γιά τό χωριό νά «λογαριασθεῖ» μέ τόν συνεφημέριό του παπα – Σφοντύλα. Λίγα μέτρα πιό κάτω συναισθάνεται τό ἁμάρτημά του, τήν ὀργή καί τούς λογιμούς κατακρίσεως καί ἐπιστρέφει στήν ἐκκλησία γιά νά συνεχίσει τήν Πασχαλινή Λειτουργία.

Ἄς παρακολουθήσουμε τόν συγγραφέα: …«Τότε ἦλθε εἰς αἴσθησιν.

» – Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω;

   Καί ποιήσας τό σημεῖον τοῦ σταυροῦ

   – Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον ! μή μέ συνερισθῇς.

   Ἐπανέλαβε δέ:

   – Ἐάν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεός ἄς τόν… συγχωρήσῃ… κ’ ἐκεῖνον κ’ ἐμέ. Ἐγώ πρέπει νά κάμω τό χρέος μου.

  Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τήν παρειάν του.

  – Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σύ παρεδόθης διά τάς ἁμαρτίας μας, καί ἡμεῖς σέ σταυρώνομεν κάθε μέρα.

»Καί ἐστράφη πρός τόν ἀνήφορον, σπεύδων νά ἐπανέλθῃ εἰς τό παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

   – Καί ἤθελα νά πιῶ καί νερό, εἶπε, δέν εἶμαι ἄξιος νά λειτουργήσω. Ἀλλά πῶς νά κάμω; Δέν πρέπει νά μεταλάβω! Θά λειτουργήσω χωρίς μετάληψιν, δέν εἶμαι ἄξιος!… «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!…». Ἐγώ ἄξιος δέν εἶμαι!

» Καί ἐπέστρεψεν εἰς τόν ναόν, ὅπου μετ’ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοί τόν εἶδον.

» Ἐτέλεσε τήν ἱεράν μυσταγωγίαν, καί μετέδωκε εἰς τούς πιστούς, φροντίσας νά καταλύσῃ διά στόματος αὐτῶν ὅλον τό ἅγιον Ποτήριον. Αὐτός δέν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νά τό εἴπη εἰς τόν πνευματικόν, καί προθύμως νά δεχθῇ τόν κανόνα…

» …Περί τήν μεσημβρίαν, μετά τήν Β΄ Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοί τό ἔστρωσαν ὑπό τάς πλατάνους, παρά τήν δροσεράν πηγήν.

» Ὡς τάπητας εἶχον τήν χλόην καί τά χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καί κλάδους σχοίνων.

» Ἡ δροσερά αὔρα ἐκίνει μετά θροῦ τούς κλῶνας τῶν δένδρων, καί ὁ Φταμηνίτικος μέ τήν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς…

» … Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα – Μήλιος, προεστώς ἅμα καί πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νά ψήνῃ ὡς οὐδείς ἄλλος τό ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι’ ὅλους, καί τρώγων ἅμα καί προπίνων.

» Εἰς τάς προπόσεις μάλιστα δέν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετά τήν σύντομον καί τυπικήν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθείς ὁ μπαρμπα – Μηλιός, κρατῶν τήν τσότραν τήν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νά χαιρετίζῃ τούς πάντας καί ἕνα ἕκαστον ὡς ἐξῆς:

–       Χριστός Ἀνέστη! ἀληθινός ὁ Κύριος! Ζῇ καί βασιλεύει εἰς πάντας τούς αἰώνας!…

» …Εἶτα ἤρχησαν τά ἄσματα. Ἐν πρώτοις τό Χριστός ἀνέστη, ὕστερον τά θύραθεν. Ὁ μπαρμπα – Μηλιός θελήσας νά ψάλλῃ καί αὐτός τό Χριστός ἀνέστη, τό ἐγύριζε πότε εἰς τόν ἀμανέ καί πότε εἰς τό κλέφτικο.

» Ἀλλ’ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα – Κίτσος, γηραιός χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιός ταχτικός, λησμονημέ-νος ἀπό τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ…

» … Ὁ μπαρμπα – Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρίς ἤ τετράκις τήν τσότραν, ἤρχισε νά ψάλλῃ τό Χριστός ἀνέστη κατ’ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς

Κ’στό – μπρέ – Κ’στός ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων,
θάνατον μπατήσας,
κ’ἔντοις – ἔντοις μνήμασι,
ζωήν παμμακάριστε!

 

 

 

 

 

 

                » Καί ὅμως, μεθ’ ὅλην τήν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτέ ἔψαλλεν ἱερόν ᾆσμα μετά πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καί ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καί σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τό Ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν μέ τήν ἐξῆς προσθήκην «Ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μή προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τήν εἰκόνα σου τήν σεπτήν…!»

            »Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!…

» … Περί τήν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορός κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διά τήν Δευτέραν καί τήν Τρίτην ὅπως χορεύσωσι τόν συρτόν καί τήν καμάρα), καί ὁ παπα – Κυριάκος, μετά τῆς παπαδιᾶς καί τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τό ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ’ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετίσαντες τήν συντροφιάν, κατῆλθον εἰς τήν πολίχνην…».

Πιό ἀληθινή καί πιό συναρπαστική περιγραφή τῆς Ἑλληνικῆς Ἐξοχικῆς Λαμπρῆς ἀπό αὐτή τοῦ Παπαδιαμάντη μέ τόσο ἐκφραστικά ἤθη καί ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας δέ μπορεῖ νά βρεθεῖ.

 

2.    ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

 

      Ἄς δοῦμε τώρα ἕνα δεύτερο ἀριστούργημα τῆς Παπαδιαμαντικῆς πέννας : τήν ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ.

      Μιά γρηά γκρινιάρα, ἡ γρηά Κομιανάκαινα παντρολογάει τόν χῆρο γυιό της – ἀφοῦ ἡ νύφη της πρό ὀλίγου ἐκοιμήθη – μέ τά δύο ὀρφανά τήν Μόρφω, ὀκτώ ἐτῶν καί τόν Εὐαγγελινό τεσσάρων ἐτῶν. Στό διήγημα αὐτό ὁ Παπαδιαμάντης δράττεται τῆς εὐκαιρίας νά παρουσιάσει ὁλόκληρη τήν ἀναστάσιμη προσμονή καί τήν ἀναστάσιμη χαρά πού ἔχει ἡ παιδική ψυχή μπροστά στήν παιδική Πασχαλιά.

      «Καί τί χαρές μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρές δι’ ὅλα τά παιδιά! Καί ἡ καλή ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνά δύο ἀρτιβαφῆ αὐγά εἰς ὅλα τά παιδιά δύο αὐγά κόκκινα, καί τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετά παιδιά ἦλθαν, καί ἀρκετά ἐτραγούδησαν, καί ὅτι ἔπρεπε νά ὑπάγουν καί ἀλλοῦ.

      » Μετά ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νά ζυμώνῃ, καί ἔπλασεν ἀρκετές κουλοῦρες μετ’ αὐγῶν διά τόν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διά τήν πενθεράν της, δι’ ἑαυτήν, διά τές κουμπάρες, ὡς καί μικρές «κοκῶνες»διά τήν Μόρφω, διά τόν Εὐαγγελινόν, διά τ’ ἀναδεξίμια της καί διά τά πτωχά παιδιά τῆς γειτονιᾶς…

      » … Τό Μέγα Σάββατον δέ, μικρόν μετά τά μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τόν Εὐαγγελινόν καί τήν Μόρφω, κ’ ἐνῷ ἐσήμαιναν διά μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τήν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τό «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καί ἄλλα ἀκόμη παθητικά ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοί ὅλοι μέ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τό ὕπαιθρον, ὑπό τό ἀμαυρωθέν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγή ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καί ξανθή, προπέμποντες τόν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μέ σειράς λαμπάδων. Καί ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τούς πυρσούς, χωρίς νά τούς σβήνῃ, καί ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τά ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τόν Παθόντα καί Ταφέντα, ὡς νά συνέψαλλε καί αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καί ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καί μορμύρουσα παρά τόν αἰγιαλόν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τά δέ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινός ἐψέλλιζε μετά τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

      » Καί ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τήν ἀπαραίτητον ὀμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψήν μιγάδα τήν ἡμέραν καί παμμέλαιναν ἀράβισσαν τήν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινός ἐξύπνησεν ἀπό τά βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τό ὁποῖον ἡτοιμάζετο νά σφάξῃ διά τήν οἰκογένειαν τοῦ καπετάν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινός καί ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τό προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον πού ἦτο τό ἀρνί! Καί πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τό καημένο. Ἐν τούτοις δέν ἐφαίνετο πολύ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νά σφαγῇ. Καί ἄλλος Ἀμνός ἄμωμος, Ἀμνός αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνός ἐσφάγη…

      » Μετά τά μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καί ἤστραψεν ὁ ναός ὅλος, ἤστραψεν καί ἡ πλατεῖα ἀπό τό φῶς τῶν κηρίων, τά παιδία ἤρχισαν νά καίουν μετά κρότου σπίρτα καί μικρά πυροκρόταλα ἔξω εἰς τό πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μέ μικρά πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντός τοῦ ναοῦ ἐπί τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τά βαρέα καρφιά μέ τά καψύλια καταπτοοῦντες καί σκανδαλίζοντες τάς πτωχάς γραίας…

      » Εἶτα τά μικρά παιδιά καί τινές παιδίσκαι τετραετεῖς, μέ τάς κομψάς ποικιλτάς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνά τόν χορόν, περί τά δύο ἀναλόγια, καί παρά τό εἰκονοστάσιον, καί ἤρχισαν νά θορυβῶσι, νά παίζωσι, νά στάζωσιν εἰς τούς λαιμούς ἀλλήλων, καί νά τσουγκρίζωσι τά αὐγά των…

      » Εὐτυχῶς ἡ γρια – Κομνιανάκαινα δέν ἀπέθανε, καί ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μέ τό γολετί, καί ἤρχισε νά καλλωπίζηται καί νά στίβῃ τόν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διά τά δύο παιδιά, τάχα θά ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρά ἐκείνη, θ’ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδική Πασχαλιά; Διά τόν Εὐαγγελινόν ἴσως, διά τήν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τήν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καί ἤξευρεν ὅτι δέν ἔμελλε νά τήν ἐπανίδῃ πλέον ἐπί τῆς γῆς.

      » Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

      » Ἀλλ’ ὁ Χριστός ὑπεσχέθη νά πίῃ μέ τούς ἐκλεκτούς του καινόν τό γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καί οἱ ὑμνωδοί ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τό μέγα καί ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώ-τερόν σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»

 

3.    ΡΩΜΕΪΚΟ ΠΑΣΧΑ

      Σύγχρονος Ἠθογραφία

 

            Ὁ ἥρωας τοῦ Ρωμέϊκου Πάσχα εἶναι ὁ μπαρμπα Πύπης. Ἕνας Κερκυραῖος, Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός μέ μητέρα Ἑλληνίδα «Ἕλλην τήν καρδίαν ὑφίστατο ἄκων ἴσως ὡς καί τόσοι ἄλλοι, τό ἄπειρον μεγαλεῖον, τήν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς…»

            Ὑπῆρξε γηραιός φίλος τοῦ κύρ – Ἀλέξανδρου καί εἶχε τάμα νά κατεβαίνει τότε μέ τά πόδια ἀπό τήν Ἀθήνα στόν Πειραιᾶ γιά νά ἀκούση τό «Χριστός Ἀνέστη» στόν ναό τοῦ ὁμωνύμου του καί προστάτη του ἁγίου Σπυρίδωνος, «διά νά κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ εὐφρανθῆ ἡ ψυχή του».

            … «Ἕν μόνον ἐλάττωμα εἶχεν» – γράφει στήν ἠθογραφία του ὁ συγγραφεύς – «ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καί χωρίς ν’ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἤ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέ-ρετο πολύ κατά τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δέ κατά τῶν Δυτικῶν. Δέν ἤθελε ν’ ἀκούσῃ τό ὄνομα τοῦ Πάπα, καί ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου…

            »…Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακράν τῆς Κέρκυρας, ὁ μπαρμπα – Πύπης ποτέ δέν θά ἔστεργε νά ἑορτάσῃ τό Πάσχα μαζί μέ τσού φράγκους».

            Τήν ἑσπέραν λοιπόν τοῦ Μ. Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… ὁ Παπαδια-μάντης διατραγωδεῖ τήν περιπέτεια τοῦ μπαρμπα Πύπη στή διαδρομή του ἀπό τήν Ἀθήνα στόν Πειραιᾶ, πού παρ’ ὀλίγον θά τοῦ στοίχιζε τήν ζωή του.

            «…Τό συμβεβηκός τοῦτο δέν ἐμπόδισε τόν μπαρμπα – Πύπην νά ἐξακολουθῇ κατ’ ἔτος τήν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νά καταβαίνῃ πεζός εἰς Πειραιᾶ, νά προσέρχηται εἰς τόν Ἅγιον Σπυρίδωνα καί νά κάμνῃ Πάσχα ρωμέικο…

            «… Ἐφέτος τό μεσοσαράκοστον μοί ἐπρότεινεν, ἄν ἤθελα, νά τόν συνοδεύσω [ἐφέτος] εἰς τήν προσκύνησίν του ταύτην. Θά προσεχώρουν δέ εἰς τήν ἐπιθυμίαν του, ἄν ἀπό πολλῶν ἐτῶν δέν εἶχα τήν συνήθειαν νά ἑορτάζω ἐκτός τοῦ Ἄστεως τό ἅγιον Πάσχα».

            Συνεπής ὁ Παπαδιαμάντης στίς ἀρχές καί τά ἰδανικά τῆς ζωῆς του καί τῆς γραφῆς του παρατηροῦμε μέ θαυμασμό τό χάρισμα ἀπό τόν Θεό καί τό καταπληκτικό, λυρικό ταλέντο του. Πράγματι ἐξυμνεῖ μέ λατρευτική δοξολογία τόν Ἐνσαρκωθέντα καί Ἀναστάντα Υἱόν τοῦ Θεοῦ, νά ζωγραφί-ζει τήν Ἑλληνική Φύση καί νά περιγράφει λεπτομερῶς καί μέ φαιδρότητα πού ξεκουράζει καί χαροποιεῖ τόν ἀναγνώστη τά ἤθη καί τά ἔθιμα τοῦ Ρωμέϊκου Πάσχα. 

Συντάκτης: Ἀρχιμ.Ἰωαννίκιος Κοτσώνης-Ηγούμ. Ἱ.Μ.Μεταμ.Σοχοῦ

Αφήστε μια απάντηση

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ VIBER. Πατήστε τον σύνδεσμο
Επιλογές από Εκδηλώσεις του Συλλόγου σε Βίντεο
εικόνα κλικ στον σύνδεσμο εδώ

Aυγουστίνος Καντιώτης
Ηχητικές Ομιλίες
Συναξαριστής
Είναι μαζί μας
Επισκέψεις
Flag Counter