
Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου – Καθηγουμένου
Ἱ.Μ. Μεταμορφώσεως Σοχοῦ Λαγκαδᾶ
Ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε…
Μέσα στήν πνευματική ξεραΐλα τῆς μοντέρνας Παιδείας μας, στά «ἄθεα γράμματα» τοῦ σύγχρονου σχολείου, μέσα στήν πυρκαϊά πού ἄναψαν οἱ σκοτεινοί νόες τῆς σύγχρονης Διανόησης, Δημοσιογραφίας καί Τηλεοψίας, μέσα στίς τεκτονικές σεισμικές δονήσεις πού σωριάζει τά πάντα ἡ σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε… Μέσα στόν κατακλυσμό πού πάει νά πνίξει τήν ἀειθαλῆ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοσή μας. Ἔλα κύρ – Ἀλέξανδρε, μεγάλε Ἀλέξανδρε τῆς Λογοτεχνίας μας… Ἔλα νά μᾶς ξαναπῆς δυνατά στά κωφάλαλα παιδιά σου τ’ ἀθάνατά σου λόγια, τή γλυκειά σου ὁμολογία: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καί ἀναπνέω δέν θά παύσω νά ὑμνῶ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου, νά ζωγραφίζω τήν Ἑλληνική Φύση καί νά περιγράφω τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῆς Πατρίδας μου».
Ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε, ξύπνα γιά νά ξυπνίσεις ἐμᾶς τούς κοιμισμένους Νεοέλληνες. Ξύπνα γιά νά πῆς ἄλλη μιά φορά : «Ξύπνα καημένε μου ραγιά ξύπνα νά δῆς τή λευτεριά». Ἔλα νά δῆς τά χάλια μας. Τά χάλια τῆς σύγχρονης Ἑλλάδος πού πρόδωσε τήν Ἱστορία της, τήν γλῶσσα της, τήν Παράδοσή της. Πού γίνηκε δούλη τῆς ἄθεης, σοδομικῆς Ε.Ε. καί τοῦ θηρίου τοῦ Δ.Ν.Τ… Ἔλα κυρ – Ἀλέξανδρε νά καμαρώσεις τή σύγχρονη Βουλή τῶν Ἑλλήνων μέ τούς πουλημένους βο(υ)λευτές της, ἀντρείκελα τοῦ Καπιταλισμοῦ καί ἄχυρα τοῦ Μαρξισμοῦ.
Ἔλα νά μᾶς παρηγορήσεις, νά μᾶς δροσίσεις, νά μᾶς ξαναβαπτίσεις στή κολυμβήθρα τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης. Ἔλα νά φράξεις τόν δρόμο τῆς δειλίας στά παιδιά τῆς Ἑλλάδος πού φεύγουν ἔξω στήν σκοτεινή καί ἀλλόδοξη Ἑσπερία, ἐγκαταλείποντας τήν Μάνα Πατρίδα.
1. ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ
Ὁ ἀπαράμιλλος διηγηματογράφος μας, ὁ Παπαδιαμάντης κατά τόν Κωστή Παλαμᾶ δέν εἶναι μόνο διηγηματογράφος, ἀλλά καί ποιητής. Ἡ διηγηματογραφία Του εἶναι ποίηση.
Τό πρῶτο ἔργο του ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ εἶναι ὑπέροχο. Ὅσα περιγράφει σ’ὅλα τά ἔργα του σχεδόν εἶναι πράγματα πού ἔχουν συμβεῖ ἤ μπορεῖ νά συμβαίνουν μέσα στή ζωή τῶν συνανθρώπων του, τούς ὁποίους ζωγραφίζει ἤ ἀνατέμνει μέ μιά ἀξιοζήλευτη ψυχογνωστική δεξιοτεχνία.
Στήν ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ ὁ παπα – Κυριάκος μαζί μέ μιά ὁμάδα προσκυνητῶν καί προσκυνητριῶν ἀποφασίζει νά κάνει Πάσχα στούς ξωμερίτες (=ἀγρότες πού διέμεναν ἔξω στά κτήματα) στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Γράφει: …«Καλά τό ἔλεγεν ὁ μπαρμπα – Μηλιός, ὅτι τό ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νά μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καί οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγύς νά πληρωθῆ, ὅσον αὐτή διότι δίς ἐκινδύνευσε νά ἐπαληθεύσῃ, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ Θεός ἔδωκε καλήν φώτισιν εἰς τούς ἁρμοδίους καί οἱ πτωχοί χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καί αὐτοί νά ἀκούσωσι τόν καλόν λόγον καί νά φάγωσι καί τό κόκκινο αὐγό… Ὁ μπαρμπα – Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τόν προεστόν εἰς τά Καλύβια, καί ἤθελε νά ἑορτάσῃ τό Πάσχα ὅπως αὐτός ἐννόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δέν ἤθελε νά ἐκθέσῃ τήν γυναῖκά του εἰς τά ὄμματα τοῦ πλήθους, καί ὁ μπαρμπ’ Ἀναγνώστης, χωρικός ὅστις «τά ἤξευρεν ἀπ’ ἔξω ὅλα τά γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλά δέν ἠδύνατο ν’ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπό μέσα», καί ἐπεθύμει νά ψάλλῃ τό «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε», – οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καί πολλοί ἠσπάσθησαν τήν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντός τρόπου νά πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν’ ἀνέλθῃ εἰς τά Καλύβια νά τούς λειτουργήσῃ.
»Ὁ καταλληλότερος δέ, κατά τήν γνώμην πάντων, ἱερεύς τῆς πόλεως, ἦτο ὁ παπα – Κυριάκος, ὅστις δέν ἦτο «ἀπό μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καί συγγένειαν μέ τινας τῶν ἐξωμεριτῶν, καί τούς κατεδέχετο…
»…Ἡ Πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὧρες νά φέξῃ», καί ὁ μπαρμπ’ Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τόν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καί πλῆκτρον, περιήρχετο τά Καλύβια θορυβωδῶς κρούων ὅπως ἐξεγείρῃ τούς χωρικούς.
»Εἰσῆλθον εἰς τό μικρόν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου. Εἷς μετά τόν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοί μέ τάς χωρικάς των καί μέ τά καλά των ἐνδύματα…»
Ὁ παπα – Κυριακός ἔβαλε «εὐλογητός», ὁ μπαρμπ’ – Ἀναγνώστης ἄρχισε νά τά λέει «ὅλα ἀπ’ ἔξω, τήν προκαταρκτικήν προσευχήν καί τόν κανόνα τό «Κύματι θαλάσσης», μετά τό «δεῦτε λάβετε φῶς» καί τό «Χριστός Ἀνέστη» ἔψαλλε τόν κανόνα τοῦ Πάσχα καί ὁ ἱερεύς ἑτοιμαζόταν νά «πάρῃ καιρόν» γιά νά λειτουργήσει.
Τότε συνέβη κάτι τό λυπηρό πού ἐτάραξε τόν παπα Κυριακό καί ὅλο τό Ἐκκλησίασμα. Ὁ γυιός τοῦ ἱερέως ὀνόματι Ζάχος ἦρθε λαχανιασμένος καί φανέρωσε στόν πατέρα του παπα – Κυριακόν ὅτι ὁ συνεφημέριός του παπα – Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας πού θά λειτουργοῦσε στό χωριό ἔκλεπτε τά πρόσφορα. Μέ ὁλοφάνερη ταραχή καί πολύ θυμό ὁ παπα – Κυριακός «ξεφοράει» τά ἄμφιά του, καί κατηφορίζει γιά τό χωριό νά «λογαριασθεῖ» μέ τόν συνεφημέριό του παπα – Σφοντύλα. Λίγα μέτρα πιό κάτω συναισθάνεται τό ἁμάρτημά του, τήν ὀργή καί τούς λογιμούς κατακρίσεως καί ἐπιστρέφει στήν ἐκκλησία γιά νά συνεχίσει τήν Πασχαλινή Λειτουργία.
Ἄς παρακολουθήσουμε τόν συγγραφέα: …«Τότε ἦλθε εἰς αἴσθησιν.
» – Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω;
Καί ποιήσας τό σημεῖον τοῦ σταυροῦ
– Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον ! μή μέ συνερισθῇς.
Ἐπανέλαβε δέ:
– Ἐάν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεός ἄς τόν… συγχωρήσῃ… κ’ ἐκεῖνον κ’ ἐμέ. Ἐγώ πρέπει νά κάμω τό χρέος μου.
Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τήν παρειάν του.
– Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σύ παρεδόθης διά τάς ἁμαρτίας μας, καί ἡμεῖς σέ σταυρώνομεν κάθε μέρα.
»Καί ἐστράφη πρός τόν ἀνήφορον, σπεύδων νά ἐπανέλθῃ εἰς τό παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.
– Καί ἤθελα νά πιῶ καί νερό, εἶπε, δέν εἶμαι ἄξιος νά λειτουργήσω. Ἀλλά πῶς νά κάμω; Δέν πρέπει νά μεταλάβω! Θά λειτουργήσω χωρίς μετάληψιν, δέν εἶμαι ἄξιος!… «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!…». Ἐγώ ἄξιος δέν εἶμαι!
» Καί ἐπέστρεψεν εἰς τόν ναόν, ὅπου μετ’ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοί τόν εἶδον.
» Ἐτέλεσε τήν ἱεράν μυσταγωγίαν, καί μετέδωκε εἰς τούς πιστούς, φροντίσας νά καταλύσῃ διά στόματος αὐτῶν ὅλον τό ἅγιον Ποτήριον. Αὐτός δέν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νά τό εἴπη εἰς τόν πνευματικόν, καί προθύμως νά δεχθῇ τόν κανόνα…
» …Περί τήν μεσημβρίαν, μετά τήν Β΄ Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοί τό ἔστρωσαν ὑπό τάς πλατάνους, παρά τήν δροσεράν πηγήν.
» Ὡς τάπητας εἶχον τήν χλόην καί τά χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καί κλάδους σχοίνων.
» Ἡ δροσερά αὔρα ἐκίνει μετά θροῦ τούς κλῶνας τῶν δένδρων, καί ὁ Φταμηνίτικος μέ τήν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς…
» … Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα – Μήλιος, προεστώς ἅμα καί πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νά ψήνῃ ὡς οὐδείς ἄλλος τό ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι’ ὅλους, καί τρώγων ἅμα καί προπίνων.
» Εἰς τάς προπόσεις μάλιστα δέν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετά τήν σύντομον καί τυπικήν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθείς ὁ μπαρμπα – Μηλιός, κρατῶν τήν τσότραν τήν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νά χαιρετίζῃ τούς πάντας καί ἕνα ἕκαστον ὡς ἐξῆς:
– Χριστός Ἀνέστη! ἀληθινός ὁ Κύριος! Ζῇ καί βασιλεύει εἰς πάντας τούς αἰώνας!…
» …Εἶτα ἤρχησαν τά ἄσματα. Ἐν πρώτοις τό Χριστός ἀνέστη, ὕστερον τά θύραθεν. Ὁ μπαρμπα – Μηλιός θελήσας νά ψάλλῃ καί αὐτός τό Χριστός ἀνέστη, τό ἐγύριζε πότε εἰς τόν ἀμανέ καί πότε εἰς τό κλέφτικο.
» Ἀλλ’ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα – Κίτσος, γηραιός χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιός ταχτικός, λησμονημέ-νος ἀπό τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ…
» … Ὁ μπαρμπα – Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρίς ἤ τετράκις τήν τσότραν, ἤρχισε νά ψάλλῃ τό Χριστός ἀνέστη κατ’ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς
|
Κ’στό – μπρέ – Κ’στός ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων,
θάνατον μπατήσας,
κ’ἔντοις – ἔντοις μνήμασι,
ζωήν παμμακάριστε!
|




κλικ στον σύνδεσμο


Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.