
(Συνέχεια ἀπὸ τὸ προηγούμενο)
Σὰν ἔσπασε τὸ μέτωπο ξεκινώντας τὸ ἐφιαλτικὸ ξημέρωμα τοῦ Σαββάτου, 13 Αὐγούστου 1922, στὴν προκεχωρημένη ἑλληνικὴ ἀμυντικὴ γραμμὴ τοῦ Ἀφιὸν Καραχισὰρ καὶ δυὸ μέρες ἀργότερα στὸ Τουμλοὺ Μπουνὰρ γιὰ νὰ γενικευθεῖ σύντομα ἡ ἥττα σ’ ὅλο το μέτωπο σὲ βάθος δεκάδων χιλιομέτρων καὶ τὰ τρένα περνοῦσαν μεταφέροντας τοὺς Ἕλληνες φαντάρους κι ὅσους Ρωμιοὺς πολίτες ἀπελπισμένοι πιάνονταν ἀπὸ πόρτες , παράθυρα καὶ σκαρφάλωναν στὴ στέγη, κι ὅταν ἔβγαιναν μαχαίρια καὶ πιστόλια γιὰ μιὰ θέση πρὸς τὴ σωτηρία, ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος χτύπησε τὴν καμπάνα γρήγορα , κοφτὰ στέλνοντας μήνυμα ἄμεσου κινδύνου , ἐπαπειλούμενης συμφορᾶς. Παράτησαν ὅλοι τὶς δουλειές τους, ἔτρεξαν μὲ βλέμμα τρομαγμένο στὴν ἐκκλησία. Ὁ ἱερέας στάθηκε στὴν ὡραία πύλη ψύχραιμος, γαλήνιος καὶ ἀποφασιστικός. Τοὺς ἀνακοίνωσε ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἡττήθηκε καὶ ὑποχωρεῖ, ὅτι τὰ τρένα εἶναι γεμάτα Ἕλληνες φαντάρους ποὺ κατευθύνονται στὸν Τσεσμὲ γιὰ νὰ διπαπεραιωθοῦν στὴν Ἑλλάδα κι ὅτι πρέπει νὰ φύγουν ἀμέσως ὅλοι μαζὶ ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀραμπάδες τους ἡ κάθε οἰκογένεια γιὰ τὴ Σμύρνη κι ἀπὸ ‘κεῖ μὲ καράβι γιὰ τὴ Σάμο. Σὲ λίγο, τοὺς εἶπε, οὔτε πλοῖο διαφυγῆς θὰ βρίσκουν , κι οἱ Τσέτες κι ὁ κεμαλικὸς στρατὸς ὅπου νὰ ‘ναὶ θὰ καταφθάσουν , σκορπώντας ὄλεθρο καὶ καταστροφή. Ὁ θάνατος καιροφυλακτοῦσε. Θρῆνοι, γόοι, κλαυθμοὶ καὶ ὀδυρμοὶ ἀπάντησαν στοὺς λόγους του. Ράγιζαν κι οἱ πέτρες ἀπὸ τοὺς κοπετούς. Οἱ γυναῖκες, ποὺ εἶχαν ἄνδρες καὶ γιοὺς στὰ ἀμελὲ ταμπουροῦ ἢ στὸν ἑλληνικὸ στρατὸ , τραβοῦσαν τὰ μαλλιὰ τοὺς , στηθοκοπιοῦνταν ποῦ θ’ ἀφήσουν τ’ ἀγαπημένα τοὺς πρόσωπα καὶ κάποιοι ἄνδρες ἀναρωτιοῦνταν ματαιοφρονοῦντες πῶς νὰ ἐγκαταλείψουν τόσα γεννήματα στὰ χωράφια καὶ στὶς ἀποθῆκες. Κανεὶς δὲν ἦταν πρόθυμος νὰ φύγει.
Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος σὰ νὰ ψήλωσε περισσότερο καθὼς ἐπέβαλε μ’ ἕνα του μόνο νεῦμα ἡσυχία σ’ ἐκεῖνο τ’ ἀγριεμένο ἀπ’ τὴν τρομάρα πλῆθος. Τοὺς ἔπεισε, τοὺς ἠρέμησε, τοὺς ἔδωσε ἐλπίδα ἀλλὰ συγχρόνως κατέδειξε τὴν ἀνάγκη τῆς ἄμεσης ἀναχώρησης. Σὲ μία ὥρα ξεκίνησαν ὅλοι κατεσπευσμένα , μὴν καὶ τοὺς προλάβουν οἱ Τοῦρκοι, μὲ κάρα καὶ μὲ ἄλογα, κουβαλώντας μόνο τ’ ἀπαραίτητα, μὲ μπροστάρη τὸν ἱερέα ποὺ κρατοῦσε τ’ ἅγιο δισκοπότηρο, τὸ χρυσοποίκιλτο εὐαγγέλιο καὶ τὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας , καὶ μέσα ἀπὸ εἰκόνες χαλασμοῦ καὶ συμφορᾶς ἔφτασαν στὴν ἐρασμία Σμύρνη.
Μὰ τί ἦταν αὐτὸ ποῦ ἀντίκρισαν τὰ μάτια τους; Ἤξεραν τὴ Σμύρνη ὄμορφη, κοσμοπολίτισσα, ἑλληνική, πολύχρωμη, πολύβουη, νὰ σφύζει ἀπὸ χαρὰ ζωῆς, νοικοκυρεμένη, ἀρχόντισσα. Εἶδαν μιὰ Σμύρνη θλιβερή, λείψανο τοῦ ἐαυτοῦ της, Κλειστά τα μαγαζιά, κατάκλειστά τα σπίτια της καὶ στὰ πετροκαλιγωμένα σοκάκια τῆς παντοῦ μπουλούκια οἱ πρόσφυγες τρομοκρατημένοι, μὲ μάτια φριγμένα , ἀπελπισμένα, μὲ χείλη πανιασμένα, νὰ σέρνουν πελώριους μπόγους μὲ ροῦχα, μπαοῦλα, δέματα, κατσίκες, ὄρνιθες κι ὅ,τι ἄλλο ἔβαζε ὁ νοῦς σου. Εἶχαν ξεχειλίσει οἱ ἐκκλησίες , τὰ σχολεῖα, οἱ στρατῶνες, οἱ ἀποθῆκες κι οἱ δρόμοι καὶ τὰ καλντερίμια ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀλαφιασμένο πλῆθος. Σμύρνη, πλέον, δακρυρροοῦσα.
Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος καὶ τὸ ποίμνιο τοῦ ἔφτασαν στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης , στὸ «καί» , τὴν ὥρα ποὺ σήκωναν ἄγκυρα τὰ ἑλληνικὰ πολεμικὰ κι ἀπομακρύνονταν μέσα σὲ μαύρους καπνοὺς ἀπὸ τὰ φουγάρα τους, ἐνῶ τὸ γαλλικὸ καράβι Βαλντὲκ Ρουσσῶ ἀνέκρουε – τραγικὴ εἰρωνεία- τὸν ἐθνικὸ ὕμνο τῆς Ἑλλάδος ἀποχαιρετώντας τὴν ἑλληνικὴ ναυαρχίδα ποὺ ἐγκατέλειπε μέσα σὲ σαλπίσματα τὴν λαβωμένη Σμύρνη, τὸν πόλεμο, τὸ ὄνειρο τῆς Ἑλλάδος τῶν πέντε θαλασσῶν καὶ τῶν δυὸ ἠπείρων καὶ ἑκατομμύρια Ἕλληνες τῆς Μικρασίας , ὠμὸ κρέας στὰ μαχαίρια τῶν Τούρκων.
Τὸ πλῆθος κέρωσε . Ὅλοι πρόσφυγες ἀπὸ τὴν ἐνδοχώρα τῆς Μικρασίας ἔνιωσαν προδομένοι, ἐγκαταλελειμμένοι. Κραυγὲς ἀπελπισίας καὶ τρόμου, κλαυθμοὶ κι ὀλοφυρμοί, προσευχές, ἱκεσίες, ὀδύνη καὶ σπαραγμός. Φεύγει ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ γιαυτοὺς χάνεται τὸ πᾶν. Θὰ παραδοθοῦν στοὺς Τσέτες τοῦ Κεμὰλ , στὴν ἀτίμωση, στὴ σφαγή, στοὺς βιασμούς, σὲ φριχτὰ βασανιστήρια. Μία μόνο σωτηρία ἀπομένει. Κάποιο πλοῖο νὰ τοὺς περάσει ἀπέναντι. Στὴν μητέρα Ἑλλάδα.
Οἱ χειρότεροι φόβοι δὲν ἄργησαν νὰ ἐπαληθευθοῦν. Στὴν προκυμαία παρελαύνουν οἱ Τσέτες τοῦ λήσταρχου Μπεχλιβᾶν ἄθλιοι καὶ κακομοιριασμένοι πάνω σε ψωραλέα ἄλογα μὲ γυμνὰ γιαταγάνια , κι ἀπὸ τὸ βράδυ , μαζὶ μὲ τὸν τακτικὸ τουρκικὸ στρατὸ τοῦ Κεμὰλ καὶ πλῆθος μανιασμένου τουρκικοῦ ὄχλου, κι ἐπιδίδονται ὅλοι τους μὲ ὄψεις φρικώδεις καὶ θυμικὸ ἀνάλγητο σὲ ἁρπαγές, ἀτιμώσεις, βασανισμούς, βιασμούς, σφαγές. Τὰ καταστήματα τῆς ἀγορᾶς λεηλατήθηκαν, πτώματα σφαγιασθέντων κείτονταν παντοῦ στοὺς δρόμους καὶ στὰ σοκάκια, γυναῖκες ἀτιμασμένες πεταμένες ἄψυχες ἐδῶ κι ἐκεῖ, πανικόβλητο πλῆθος ποὺ ἔτρεχε φρενιασμένο νὰ βρεῖ καταφύγιο καὶ σωτηρία. Φωνές, κραυγὲς ἐφιαλτικές, ὕβρεις, ἀπειλὲς μαζὶ μὲ τὶς ἱκεσίες τῶν κατατρεγμένων, τοὺς κλαυθμούς, τὶς προσευχές. Ἀτμόσφαιρα συντέλειας τοῦ κόσμου.
Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος μαζὶ μὲ τὸ ποίμνιό του, κρατώντας μόνο τ’ ἀπαραίτητα στὰ χέρια , ἐγκατέλειψαν τὴν προκυμαία ὅπου ὁ θάνατος παραμόνευε ἀχόρταγος, προχώρησαν πεζοὶ γιὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τοὺς σφαγεῖς καὶ χώθηκαν μὲς στὰ στενά. Καθὼς ἔτρεχαν μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα δίπλα ἀπὸ τὴν καθολικὴ ἐκκλησία τῆς Σάντα Μαρία , ἕνας Φραγκισκανὸς μοναχὸς , ἀπὸ τὸ Θεὸ σταλμένος, μὲ μάτια ποὺ ἔσταζαν συμπόνια ,προσκάλεσε τὸν πατέρα Ἀθανάσιο καὶ τοὺς πιστούς του νὰ βροῦν ἐκεῖ καταφύγιο. Γάλλοι ναῦτες φρουροῦσαν τὸν ναὸ καὶ τὸν περίβολό του. Στὶς τρεῖς τα ξημερώματα μὲς στὴ γκριζόλευκη νύχτα ὁ Φραγκισκανὸς μοναχὸς κι ἀρκετοὶ πάνοπλοι Γάλλοι ναῦτες περιφρουρώντας τὸν ἱερέα καὶ τοὺς πιστούς του, τοὺς ὁδήγησαν στὸ ἰταλικὸ φορτηγὸ « Μὲγκ» οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τοὺς ὁδήγησαν παραπλέοντες στὸ πολεμικὸ « Βενέτσια» κι ἀπὸ ‘κεῖ, οἱ Κιρκιντζιῶτες σωσμένοι οἱ ἴδιοι , εἶδαν μὲ μάτια διεσταλμένα ἀπὸ κατάπληξη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀγριότητα καὶ κακία νὰ ἐκτυλίσσονται στὴν προκυμαία ἀνήκουστα ἐγκλήματα, ἐξολοθρεμὸς ἑνὸς λαοῦ ποὺ ἔζησε σ’ αὐτὴ τὴ γῆ τῆς Ἰωνίας 3.ὀοο χρόνια καὶ παρακολούθησαν μὲ ξεσχισμένες τὶς καρδιές τους ἀπὸ ὀδύνη τὴ Σμύρνη , τὸ καμάρι τῆς Ἀνατολῆς , νὰ καίγεται καὶ τὸ ἀλλόφρον πλῆθος νὰ οἰμώζει καὶ νὰ παραδίδεται σὲ φρικτὸ θάνατο ἢ σὲ ἀτιμωτικὴ σκλαβιά.
Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος , τὸ ἄλογό του Θεοῦ, ἔσωσε τὸ ποίμνιό του ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγάλη λαβωματιὰ τῆς ἱστορίας καὶ τὸ μετέφερε σῶο στὴ μητέρα πατρίδα , ἐνῶ χιλιάδες χιλιάδων Ρωμιοὶ πότισαν μὲ τὸ αἷμα τοὺς τὴ μαρτυρικὴ Μικρασία, ἀπὸ ὅπου ἀκόμη φέρνει ὁ ἄνεμος ἕνα ἀπερίγραπτα παθητικὸ καὶ θρηνητικὸ τραγούδι.
Φάνυ Κουντουριανοὺ – Μανωλοπούλου.
Κατερίνη, Νοέμβριος 2014.
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.