
Ὑπάρχουν κάποιες στιγμὲς στὸ ἱστορικὸ διάβα τῶν λαῶν ποὺ ἡ μεγαλοσύνη τους, ὅπως λέγει καὶ ὁ ποιητής, δὲν μετριέται μὲ τὸ στρέμμα ἀλλὰ μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ πύρωμα καὶ μὲ τὸ αἷμα. Τέτοια μεγαλοσύνη ἐπέδειξε καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μὲ τὸ ξέσπασμα ἢ γιὰ ἄλλους τὸ θαῦμα τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821, ἀφοῦ βρέθηκε ὑπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγὸ γιὰ 400 καὶ πλέον χρόνια. Καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ὑποδούλωσής του, ὁ ἑλληνισμὸς δὲν παρέμεινε ἀδρανὴς ἀλλὰ προσπάθησε μὲ ἔνοπλους καὶ πνευματικοὺς ἀγῶνες νὰ διατηρήσει ἀλώβητο τό ἐθνικό του φρόνημα καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ἐλευθερία.
Σ’ αὐτὸ τὸ θαῦμα δὲν ἀπουσίασε καὶ ἡ γῆ τῆς Πιερίας μας. Μὲ τὸ ξέσπασμα τῆς ἐπανάστασης οἱ κλεφταρματωλοὶ τῆς Πιερίας ἑτοιμάστηκαν γιὰ νὰ βοηθήσουν. Ἡ πρώτη ἐπιχείρηση στὴν ὁποία συμμετεῖχαν Πιεριεῖς ἀγωνιστὲς ἦταν ἡ ἐπανάσταση τῆς Χαλκιδικῆς, τὴν ὁποία ὑποκίνησε ὁ Ἐμμανουὴλ Παπάς. Σ’ αὐτὴν τὴν προσπάθεια συμμετεῖχαν τὰ σώματα τοῦ Μήτρου Λιάκου καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μπίνου μὲ 400 κλεφταρματωλοὺς καὶ τό σῶμα τοῦ Διαμαντῆ Νικολάου μὲ ὁμάδα 200 κλεφταρματωλῶν. Τὰ σώματα αὐτὰ κατάφεραν νὰ νικήσουν σὲ ἀρκετὲς μάχες τὶς τουρκικὲς δυνάμεις. Μετὰ τὴν κάμψη τῆς ἐπαναστατικῆς κίνησης ὁ ἐπαναστατικὸς ἴστρος μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Χαλκιδικὴ στὴν Πιερία, ὅπου ἡ ἐπανάσταση ξεκίνησε στὶς 8 Μαρτίου 1822.
Πρώτη πολεμικὴ ἐνέργεια ἦταν ἡ ἐπίθεση τοῦ Διαμαντῆ μὲ 300 ἄνδρες κατὰ τοῦ Κολινδροῦ ποὺ βρισκόταν ὑπὸ τὴν κατοχὴ 1.500 Τούρκων. Τὸ ἀρχικὸ σχέδιο ἦταν ὁ αἰφνιδιασμὸς τῶν ἀμυνομένων μέσω νυκτερινῆς ἐπίθεσης, ὅμως ἀπέτυχε λόγω προδοσίας. Καθὼς οἱ Τοῦρκοι ἦταν ἐνημερωμένοι ἀμύνθηκαν μὲ ἐπιτυχία ἀναγκάζοντας τοὺς Ἕλληνες ἀγωνιστὲς νὰ ἀποσυρθοῦν. Παρὰ τὴν ἀποτυχία κατάληψης τοῦ Κολινδροῦ οἱ δυνάμεις τοῦ Διαμαντῆ ἀναδιοργανώθηκαν καὶ μάλιστα ἐνισχύθηκαν ἀπὸ τὸν ὁπλαρχηγὸ Σάλα ποὺ εἶχε ὑπὸ τὶς διαταγὲς του 300 ἄνδρες. Ὡστόσο, ἐνισχύσεις ἔφτασαν καὶ στὸ τουρκικὸ στρατόπεδο, ἡ δύναμη τοῦ ὁποίου ἀνερχόταν στοὺς 4.000 πεζοὺς καὶ 600 ἱππεῖς. Στὶς συμπλοκὲς ποὺ ἀκολούθησαν οἱ Ἕλληνες κατήγαγαν ἐξαιρετικὲς νίκες καὶ ἀπώθησαν τοὺς Τούρκους προξενώντας μεγάλες ἀπώλειες.
Ἡ συνέχεια τοῦ ἀγώνα ἦταν ἰδιαίτερα ἀτυχὴς γιὰ τοὺς Πιεριεῖς ἀγωνιστές, οἱ ὁποῖοι ἀπέτυχαν νὰ ἀμυνθοῦν στὴν Καστανιά. Ἂν καὶ ἀγωνίστηκαν γενναία, ἡ ἀριθμητικὴ διαφορὰ ἦταν μεγάλη καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀνάγκασαν τὸν Διαμαντὴ καὶ τοὺς ἄνδρες του νὰ ὑποχωρήσουν στὴ Μηλιά, τὸ τελευταῖο ἀμυντικὸ σημεῖο μὲ τὸν ὀχυρωματικὸ πύργο τῶν ὀνομαστῶν ὁπλαρχηγῶν τῆς οἰκογένειας τῶν Λαζαίων. Ἦταν Μεγάλη Ἑβδομάδα τοῦ 1822. Πρὸς τὸ Μ. Σάββατο (1 Ἀπριλίου) τρεῖς χιλιάδες τοῦρκοι στρατιῶτες ἄρχισαν νὰ κινοῦνται πρὸς τὴν Μηλιά. Οἱ ἀγωνιστὲς ἀποφάσισαν ἀνήμερα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα νὰ κοινωνήσουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ μετὰ νὰ ριχτοῦν στὴν μάχη ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν. Πρῶτο μέλημά τους ἦταν νὰ φυγαδεύσουν τὰ γυναικόπαιδα καὶ τοὺς ἀμάχους. Κατόπιν ξεκίνησε ἡ μάχη, ἡ ὁποία κατέστη ἄνιση. Οἱ Τοῦρκοι μετὰ ἀπὸ πολλὲς προσπάθειες μπῆκαν στὸ χωριὸ καὶ τὸ πυρπόλησαν, ἀφοῦ ἡ φρουρὰ του εἶχε συγκεντρωθεῖ στὸ τελευταῖο ὀχυρό, στὸν πύργο τῶν Λαζαίων. Οἱ ἀγωνιστὲς ἀντιστάθηκαν ζωηρὰ στὸν πύργο, ὅμως μὴ μπορώντας νὰ ἀντέξουν τὴν ἰσχυρὴ πίεση τῶν ὑπέρτερων τουρκικῶν δυνάμεων ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν ἐγκαταλείψουν καὶ νὰ διασκορπιστοῦν στὰ δάση τῆς περιοχῆς τοῦ Παλατίου, ὅπως ὀνομάζονταν οἱ δασωμένες πλαγιὲς τῶν ἀνατολικῶν Πιερίων. Μάλιστα, ὅπως ἀναφέρει ὁ Χ. Τρικούπης, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστὲς προσπαθώντας νὰ διασώσουν τὰ γυναικόπαιδα κρατοῦσαν τὴν ἀνάσα τους καὶ ἔκλειναν τὰ στόματα τῶν παιδιῶν γιὰ νὰ μὴν γίνουν ἀντιληπτοὶ ἀπὸ τοὺς ἐξαγριωμένους τούρκους στρατιῶτες.
Ἡ Μηλιὰ, ὅπως καὶ πολλὰ χωριὰ τῆς Πιερίας, πυρπολήθηκαν καὶ καταστράφηκαν ὁλοσχερῶς. Οἱ Πιεριεῖς ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα, πολλοὶ αἰχμαλωτίστηκαν καὶ ὁδηγήθηκαν στὰ σκλαβοπάζαρα τῆς ἀνατολῆς καὶ ὅπως λέγει ὁ Γάλλος Πρόξενος τῆς Θεσσαλονίκης: «… σκλάβοι σὲ ἀτέλειωτες σειρὲς ὁδεύουν πρὸς τὰ ἀνθρωποπάζαρα τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ ἄλλων πόλεων τῆς Ἀνατολῆς».
Παράλληλα καὶ ἡ τοπικὴ ἐκκλησία, ἡ ἐπισκοπὴ Κίτρους, συνεισέφερε καὶ αὐτὴ στὸ πότισμα τοῦ δέντρου τῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν θυσία τοῦ ἐπισκόπου της, Μελετίου Κυριακοῦ. Ὁ τελευταῖος, εὑρισκόμενος στὴ Θεσσαλονίκη ὡς τοποτηρητὴς τοῦ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ἰωακείμ, ποὺ ἀπουσίαζε ὡς συνοδικὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ τὸ ξέσπασμα τῆς ἐπανάστασης συνελήφθη τὸ Μάιο τοῦ 1821 καὶ ἀφοῦ φυλακίστηκε στὸν Λευκὸ Πύργο θανατώθηκε βίαια ὡς ἀντίποινα γιὰ τὸν ξεσηκωμό. Ὅπως ἀναφέρει ὁ τοῦρκος δικαστῆς τῆς πόλης ποὺ παρακολούθησε τὰ γεγονότα: «… ράγισε ἡ καρδιά μου βλέποντας τὸν Μελέτιο μὲ τ’ ἄσπρα γένια καὶ τὰ μακρυὰ μαλλιὰ του ἀκατάστατα, νὰ παραδίδεται στὰ χέρια τῶν μπασὶ μπουζοὺκ καὶ νὰ κομματιάζεται στὴ μεγάλη πλατεία τοῦ Καπανίου».
Ἦταν μεγάλος ὁ φόρος αἵματος ποὺ πλήρωσε ἡ Πιερία κι ὅπως λέει ὁ Σολωμός:
«Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνει
καὶ κυλᾶ στὴν λαγκαδιὰ
καὶ τ’ ἀθῶο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιὰ».
Τὸ αἷμα αὐτὸ ὅμως πότισε τὸ δέντρο τῆς ἐλευθερίας, τὸ θέριεψε καὶ τὸ φούντωσε μὲ τὴν συνέχιση τῶν ἐπαναστατικῶν ἀγώνων, ὥστε νὰ καλύψει μὲ τοὺς κλώνους του τὴν γῆ τῶν πατεράδων μας. Καὶ αὐτὸ θὰ γίνεται πάντοτε, γιατί ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ ἀθάνατο προνόμιο, κάθε γενιά μας, νὰ ξεπερνᾶ τὴν προηγούμενη κρατώντας, σὲ χέρια ποὺ δὲν τρέμουν, πάντα χλωρό τό αἰματόβρεχτο στεφάνι τῆς ἑλληνικῆς δόξας.
Νικόλαος Π. Τζουμέρκας
Αντιγραφή από το περιοδικό του Συλλόγου “Κυριακή” , τεύχος 3
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.