
Ήτανε μια γνώριμη φιγούρα στο μεγάλο κεντρικό νοσοκομείο. Ένας ανθρωπάκος μετρίου αναστήματος και απροσδιόριστης ηλικίας, ντυμένος με πολύ απλά αλλά πεντακάθαρα ρούχα. Περνούσε δίπλα σου σα θρόισμα λεπτής αύρας. Ελάχιστοι είχαν ακούσει την ομιλία του και ακόμα λιγότεροι γνώριζαν κάτι γι’ αυτόν.
Άλαφροπατώντας πλησίαζε τους ασθενείς, μιλώντας χαμηλόφωνα, πράγμα πού δυσκόλευε όσους στέκονταν μακρύτερα ν’ ακούσουν τη συνομιλία. Μετά οι περισσότεροι άνοιγαν την τσάντα τους και κάτι του έδιναν, που χανόταν στις μεγάλες εσωτερικές τσέπες απ’ τό πανωφόρι του. «Άλλος ένας ζητιάνος», μονολογούσαν όσοι τον έβλεπαν, «βρήκε καλό πόστο για το… μεροκάματο». Μετά, με την ίδια ανάλαφρη περπατησιά περιφερόταν σε γραφεία, στο κυλικείο και πάντοτε επέστρεφε φροντίζοντας να έχει τελειώσει το επισκεπτήριο, την ώρα πού άδειαζαν οι θάλαμοι, ώστε να τον παρατηρούν όσο το δυνατόν λιγότερα μάτια.
Ο ζητιάνος. Έτσι τον έλεγαν και τον θεωρούσαν όλοι: ο θυρωρός, οι καθαρίστριες, το προσωπικό ασφαλείας, πού συχνά-πυκνά τον έσπρωχνε έξω από τις πτέρυγες, χωρίς όμως να προσέχουν ότι οι ασθενείς μάλλον τον συμπαθούσαν και διαμαρτύρονταν για τη συμπεριφορά αυτή. Γιατί μόνο τούς ασθενείς πλησίαζε. Ποτέ τους διερχόμενους ή τους συνοδούς, αν υπήρχαν. «Τουλάχιστον δεν είναι ενοχλητικός», λέγαν κάποιοι, «αλλά χτυπά στο ψαχνό, σ’ αυτούς πού έχουν τον πόνο τους. Ντροπή…».
Οι μήνες, τα χρόνια πέρασαν και σταμάτησε η γνώριμη φιγούρα να ελαφροπατά στους θαλάμους των ασθενών. Κανείς άπ’ όσους τόν παρατηρούσαν δεν τον αποζήτησε παρά μόνο τα βλέμματα κάποιων ασθενών, χρονίως νοσηλευομένων, που τον γνώριζαν. Αυτοί, μαζί με όσους συνόδευσαν την εκφορά του, γνώριζαν καλά πως «ο ζητιάνος» ήταν ένας άγγελος αγάπης, που με την άδεια της διοικήσεως του νοσοκομείου τακτοποιούσε τα απαραίτητα έγγραφα των μοναχικών ασθενών, τα εξιτήρια, τις θεωρήσεις στα ασφαλιστικά ταμεία κλπ.
Η σιωπή και η διακριτικότητα κάλυπταν για χρόνια το διακόνημα αυτό της αγάπης που εκτελούσε αθόρυβα, ζητώντας από τους ασθενείς ως αντάλλαγμα μία προσευχή για την ψυχή του, που λαμπρή και φορτωμένη έργα αγαθά πέταξε στους ουράνιους θαλάμους.
Άκυλίνα
Περιοδικό “Η Δράση μας”, Ιανουάριος 2015




κλικ στον σύνδεσμο


Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.