Στίς 23 Ἰανουαρίου τό Λιτόχωρο καί ἡ Πιερία ὁλόκληρη, τιμᾶ τή μνήμη τοῦ προστάτη της, Ὁσίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ. Μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀνδρός, πού ἄφησε ἀνεξίτηλη τή σφραγίδα ῆς παρουσίας του στόν τόπο μας, ἅς προσπαθήσουμε νά προσεγγίσουμε τό βίο του γιά νά τόν γνωρίσουμε καλύτερα, νά ἐμπνευστοῦμε ἀπό τόν πλοῦτο τῆς ἁγιοπνευματικῆς του πορείας καί νά καθοδηγηθοῦμε ἀπό τό παράδειγμά του, ἀφοῦ ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, μᾶς παραπέμπει, πέρα ἀπό τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις, κυρίως στή μίμηση τῆς ζωῆς τους.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος, κατά κόσμο Δημήτριος, γεννήθηκε στό χωριό Σκλάταινα τῆς Καρδίτσας, περίπου στά τέλη τοῦ 15ου αἰώνα. Πολύ μικρός ἔδειξε ἰδιαίτερο ζῆλο στά γράμματα καί βαθειά ἐπιθυμία γιά τό μοναχισμό. Πρῶτος του σταθμός στήν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας του, ὑπῆρξαν τά Μετέωρα, ὅπου ἔγινε ρασοφόρος καί μετονομάστηκε Δανιήλ, ἐνῶ οἱ σπάνιες ἀρετές του κίνησαν τό θαυμασμό τῶν ἄλλων μοναχῶν.
Ὁ πόθος στή συνέχεια γιά περισσότερη ἡσυχία, ὁδήγησε τά βήματά του στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἀναζήτησε διψασμένος τή μυστική ζωή τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖ, ἔγινε μοναχός στή σκήτη τοῦ Πρωτάτου καί πῆρε τό ὄνομα Διονύσιος. Στή συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ἱερισσοῦ καί λίγο ἀργότερα, ἱερέας.
Κατόπιν ἐγκαταστάθηκε στήν σκήτη τῆς Καρακάλου ὅπου ἔζησε ἐρημικά γιά δέκα ἔτη μέ αὐστηρή ἄσκηση, προσευχή καί νηστεία, βιώνοντας πολλές θαυματουργικές ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἔκτισε κελλί καί μικρό ναό ἀφιερωμένο στήν Ἁγία Τριάδα. Στή συνέχεια ἐπισκέφτηκε τούς Ἁγίους τόπους, γιά νά προσκυνήσει τά χώματα ὅπου περπάτησε ὁ Χριστός καί ὅταν ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος, ὕστερα ἀπό ἐπίμονες παρακλήσεις τῶν μοναχῶν ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς Φιλοθέου, τήν ὁποία ἐξυπηρετοῦσε μέχρι τότε ὡς ἱερέας. Συνάντησε ὅμως ἀντιδράσεις ἀπό τούς Βούλγαρους μοναχούς ἐπειδή ἔκανε μεταρρυθμίσεις στό τυπικό τῆς Μονῆς καί ἡ ζωή του κινδύνευσε. Ἔτσι ἐγκατέλειψε τή Μονή Φιλοθέου καί μετέβη στή Μονή Τιμίου Προδρόμου στή Βέροια, τήν ὁποία ἀνακαίνισε.
Ὕστερα ἀπό παρέλευση δεκαετοῦς γόνιμης παρουσίας στή Βέροια, οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἐπεδίωξαν νά τόν κρατήσουν κοντά τους γιά νά γίνει Ἐπίσκοπός τους. Ἐκεῖνος περιφρόνησε καί πάλι τίς τιμές, καί κατέφυγε, πρίν τό 1535, στόν Ὄλυμπο. Ἐκεῖ σέ θαυμάσια τοποθεσία ἄρχισε νά κτίζει μοναστήρι καί μικρή ἐκκλησία∙ συκοφαντούμενος ὅμως ἀπό τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς ἐκδιώχθηκε ἀπό τόν Ὄλυμπο καί ἀνεχώρησε γιά τό Πήλιο, ὅπου ἵδρυσε τήν Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος Σουρβιᾶς. Μετά ἀπό τρία ἔτη, καί λόγω τῆς παντελοῦς ἀνυδρίας πού ἔπληξε τόν τόπο τῶν διωκτῶν του, ἐπέστρεψε ἐπισήμως μέ πρόσκληση τοῦ διώκτη του, ἀγά Σάκκου, καί ἵδρυσε τήν Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔπειτα ἀπό θαυματουργική ὑπόδειξη τοῦ Θεοῦ.
Ἐκτός ἀπό τό καθολικό ὁ Ἅγιος ἀξιοποίησε ὅλη τή γύρω περιοχή καί τά σπήλαια ὅπου ἔκτισε μικρούς ναούς. Ἀκόμη καί στήν κορυφή τοῦ Ὀλύμπου, ὅπου ἡ φαντασία τῶν ἀνθρώπων ἔστησε τό θρόνο τῶν δώδεκα θεῶν, ὁ Ἅγιος φύτεψε τό δέντρο τῆς ἀληθινῆς πίστεως, κτίζοντας τά παρεκκλήσια τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ καί τῆς Μεταμορφώσεως, γιά νά μεταμορφώσει τό μυθικό βουνό σέ ὄρος ὑψηλόν τοῦ Πνεύματος, κατοικητήριον τῆς Τρισηλίου Θεότητος, καί νά ἐξαγιάσει μέ τήν θεία του ζωή τό φυσικό περιβάλλον, σύμφωνα μέ τό πατερικόν «… Προσκυνῶ τόν τῆς ὕλης Δημιουργόν… καί δι’ ὕλης τήν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον».
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὑπῆρξε συγγραφέας μέ πλούσιο ἁγιολογικό καί πνευματικό ἔργο, συντάκτης μοναστικῶν κανόνων, ἁγιογράφος καί ἀντιγραφέας χειρογράφων καί παράλληλα ὑπόδειγμα πνευματικῆς τελειότητος καί πνευματικός ὁδηγός πλήθους ψυχῶν στά ζοφερά χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς.
Κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ στίς 23 Ἰανουαρίου τοῦ 1542 στό σπήλαιο τοῦ Ἁγ. Λαζάρου καί «ἐντίμως καί ὁσιακῶς» ἐνταφιάστηκε στό νάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ πού ἔχτισε μέ τά ἴδια του τά χέρια. Ὅταν μετά ἀπό χρόνια ἀνοίχτηκε ὁ τάφος, βρέθηκαν τά ἅγια λείψανά του νά εὐωδιάζουν μέ ἄρρητη εὐωδία.
Ὁ ἐνάρετος βίος τοῦ Ἁγίου, ἡ καρτερία στούς διωγμούς καί στίς συκοφαντίες, τό πολυποίκιλο ἔργο του, τά πάμπολλα θαύματά του, τά εὐωδιαστά λείψανά του, τόν καθιέρωσαν πολύ νωρίς στή συνείδηση τῶν πιστῶν ὡς ἕνα γνήσιο φίλο τοῦ Χριστοῦ, Ἅγιο μεταξύ τῶν μεγάλων Ὁσίων θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται μέ ξεχωριστή εὐλάβεια ἀπό ὅλους τους Πιερεῖς ἀλλά καί ἀπό τούς κατοίκους τῆς ἰδιαίτερης πατρίδος του, τῆς σημερινῆς Δρακότρυπας τοῦ Νομοῦ Καρδίτσης. Τιμᾶται ἐπίσης καί στή Σκιάθο, γιορτή πού καθιέρωσε ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ ὁποῖος συνέταξε καί ἀσματική ἀκολουθία πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου. Ἀκόμη καί ὁ ποιητής Γιάννης Ρίτσος, τό 1948, κάνει ἀναφορά στά ἡμερολόγιά του γιά τόν Ἅγιο: «Τό μεσημέρι μέ φωνάξανε πέντε γερόντοι… Εἴπανε γιά τόν Ἄη Διονύση πάνου στό Λιτοχώρι, γιά τό νερένιο χέρι τοῦ Ἅγιου πούδιωξε τούς κακούς τσομπάνους».
Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ πού σφράγισε τή ζωή τοῦ μεγάλου μας Ἁγίου, συνεχίζει μέχρι σήμερα νά πιστοποιεῖ πώς ἡ παρουσία Του παραμένει ὁλοζώντανη στή ζωή τῶν Πιεριέων, ἀλλά καί τῶν ἀπανταχοῦ ὀρθοδόξων πού τιμοῦν καί γεραίρουν τήν μνήμη του.
Τό θαυμαστό παράδειγμά Του καί ἡ ἁγία ζωή του ἄς καθοδηγοῦν καί τήν δική μας πορεία.
Κατερίνα Νίκα – Μάνου.
από το περιοδικό ΚΥΡΙΑΚΗ





κλικ στον σύνδεσμο


Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.