της Ειρήνης Παπαδοπούλου

 Ήταν ένα Κυριακάτικο απόγευμα, μουντό και δακρυσμένο. Στο σπίτι της Αντιγόνης επικρατούσε απόλυτη τάξη και ησυχία, τόση, που άρχισε να ανησυχεί. Σκούπισε νευρικά το τελευταίο πιάτο από το μεσημεριανό τραπέζι και το τακτοποίησε στο ντουλάπι. Αναζήτησε το γιό της στην τραπεζαρία, αλλά βρήκε την τηλεόραση να παίζει το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων, μπροστά σε έναν άδειο καναπέ. Επιχείρησε να ανοίξει την πόρτα του παιδικού δωματίου, μα τη βρήκε κλειδωμένη.

  “Φάνη, άνοιξε…”

  “Άσε με μαμά, κάτι κάνω, θα ανοίξω όταν τελειώσω”

  “Τί κάνεις;”

  “Θα δεις όταν τελειώσω”

  “Φάνη..”

  “Άστον!”

 Η Αντιγόνη τινάχτηκε έκπληκτη. Ο μπάρμπα Φίλος, είχε τεντώσει το γέρικο λαιμό του προς το μέρος της και την κοίταζε επιβλητικά.

  “Άστον, ξέρω τί κάνει, μη στεναχωριέσαι. Θα σου δείξει αργότερα”

  “Έχει σχολείο αύριο, πρέπει να διαβάσει παππού.”

Και μεις πολλά πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν τα κάνουμε. Άστον ξέρει αυτός, θα δεις”.

 Στην τηλεόραση κάτι έλεγαν για τις νέες επιτυχίες της κυβέρνησης, πως προσπάθησαν να πείσουν τους επιβλέποντες της τρόικας να τους επιτρέψουν μία ρύθμιση, που θα ανακούφιζε κάποιες κοινωνικές ομάδες, τις αντιδράσεις τους, πώς τα κατάφεραν τελικά.

 “Τί πρέπει να κάνουμε; Γι’αυτούς λες παππού;”

 Ο παππούς δεν αποκρίθηκε. Έγειρε το κορμί του μπροστά, στην φθαρμένη πολυθρόνα, τη μόνιμη θέση του τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Ήταν ενενήντα επτά ετών ήδη ο μπαρμπα Φίλος, γερό σκαρί, αν και φθαρμένο από τις φλόγες και τα βάσανα του λαού του, ένα ζωντανό μνημείο της ιστορίας μονάχος του. Άπλωσε τα χέρια του στη σβησμένη σόμπα και τα έτριψε, λες και θα έβγαιναν με αυτόν τον τρόπο οι φλόγες.

  “Κρυώνω”, είπε. “Νωρίς τις κλείσαμε φέτος τις σόμπες”

  “Μπήκε ο Μάιος παππού! Πώς γίνεται να κρυώνεις;”

  “Νωρίς τις κλείσαμε. Κρυώνει η ράχη μου”, ξανάπε ανέκφραστος ο γέρος.

  Πράγματι, τα ξύλα τους τελείωσαν εδώ και δύο μήνες κι αποφάσισαν να μην ξαναγοράσουν. Δεν περίμεναν ότι ο χειμώνας θα έκανε τόσα νάζια και το κρύο θα κρατούσε γερά μέχρι τις πρώτες μέρες του Μαΐου. Και πάγωσαν έτσι τα γέρικα κόκκκαλα του μπάρμπα Φίλου, που επέμενε να κάθεται στην πολυθρόνα του, μπροστά στη σόμπα και να προσπαθεί να ζεσταθεί, τρίβοντας τα χέρια του. Η Αντιγόνη χαμογέλασε θλιμμένα. Και αυτή είχε πιάσει πολλές φορές τον εαυτό της να απλώνει τα χέρια της στα καλοριφέρ, που τα είχαν εδώ και δύο χρόνια ανενεργά. Η δύναμη της συνήθειας.

  “Να σου κάνω μια εντριβή με οινόπνευμα παππού”

 Ο μπάρμπα Φίλος πάλι δεν απάντησε, δεν είχε συνεχή επαφή με το περιβάλλον. Βυθισμένος στις σκέψεις του ή στο κενό, κανείς δεν ήξερε, καθόταν στην πολυθρόνα του με σβησμένο βλέμμα κι έδειχνε ότι ούτε καν τους αναγνώριζε. Κάπου κάπου συνερχόταν για λίγο, ιδίως όταν του μιλούσε ο δισέγγονός του, ο Φανούρης ή άκουγε κάτι ενδιαφέρον στις ειδήσεις. Αυτό πάντα προξενούσε μεγάλη εντύπωση στην οικογένεια, πώς αυτός ο γέρος, με την προχωρημένη άνοια και την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για ο,τιδήποτε συνέβαινε γύρω του, για δύο λόγους έβγαινε από το λήθαργο: το δισέγγονό του και την πολιτική.

 Η Αντιγόνη κοίταξε το ρολόι. Ήταν μία παράξενη μέρα η σημερινή. Ο μικρός Φάνης σηκώθηκε νωρίς, κλείστηκε στο δωμάτιό του, βγήκε το μεσημέρι για φαγητό και μετά ξανακλειδώθηκε, χωρίς να εξηγήσει το λόγο. Ο Αντώνης, ο άντρας της, έφυγε το πρωί και δεν γύρισε ούτε για φαγητό, Πού να ήταν άραγε; Μήπως τον είχε πιέσει πολύ;

 Ήταν κουρασμένη, πολύ κουρασμένη. Τελείωσε το πανεπιστήμιο πριν δεκατρία χρόνια, αλλά το όνειρο να εργαστεί ως δασκάλα έσβησε άδοξα. Υποχρεώθηκε να δουλέψει σε σούπερ μάρκετ, μα κι αυτό έκλεισε πριν δύο χρόνια. Έμεινε άνεργη κι άρχισε να καθαρίζει σπίτια για να τα βγάλουν πέρα. Ο άντρας της ο Αντώνης οδηγούσε το ταξί. Τα δρομολόγια ήταν πλέον ελάχιστα, ίσα που έβγαζε τα έξοδά του. Το παιδί μεγάλωνε. Ευτυχώς ήταν έξυπνο και δεν χρειαζόταν ακόμη φροντιστήρια (χαμογέλασε ελαφρώς αλαζονικά σε αυτήν την σκέψη), κάποτε όμως έπρεπε ν’αρχίσουν κι αυτά. Ήταν και το ταλέντο στη ζωγραφική, η δασκάλα της είχε πει πως δεν έπρεπε να το αμελήσει, ο Φάνης ήταν ιδιαίτερη περίπτωση, πολύ χαρισματικό παιδί. Ωραία τα έλεγε η δασκάλα, αλλά πού να περισσέψουν λεφτά για μαθήματα! Για την ίδια ούτε λόγος: τα όμορφα ρούχα της από τις καλές εποχές είχαν ήδη αρχίσει να φθείρονται, οι έξοδοι αναψυχής είχαν σταματήσει από καιρό, καμιά φορά το μήνα έβγαινε για καφέ με τη φίλη της τη Λίνα και αυτή ήταν η μόνη της απόλαυση. Ο Αντώνης δούλευε όλη μέρα, έως αργά τη νύχτα, μόνο τις Κυριακές έμενε σπίτι τα απογεύματα. Εκτός από σήμερα.

  “Να φύγουμε”, του είχε πει το προηγούμενο βράδυ, πάνω στο ξέσπασμά της.

  “Δεν έχει μελλον εδώ, να φύγουμε”

  “Και πού να πάμε Αντιγόνη; Εδώ είναι το σπίτι μας, ο τόπος μας, οι άνθρωποί μας…”

  “Δεν αντέχω άλλο, κουράστηκα. Κι άλλοι έφυγαν, να η Τασούλα με τον άντρα της πήγαν στη Γερμανία και γράφουν στην αδερφή της ότι είναι πολύ καλά. Βρήκαν δουλειά σε μία βιοτεχνία και πληρώνονται αξιοπρεπώς. “Όπου γης, πατρίς”, ανέσυρε από τη μνήμη της μία φράση που της έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά της, όταν ήταν μικρή και της διηγούταν τις περιπέτειες της προσφυγιάς.

  “Και τί θα κάνεις εσύ στα ξένα Αντιγόνη; Άντε εγώ κάτι θα βρω. Εσύ εκεί μόνη σου, θα μένεις όλην τη μέρα κλεισμένη στο σπίτι σου, σε ένα μέρος με αγνώστους;”

  “Κι εδώ τί κάνω; Δουλεύω σα σκλάβα, καθαρίζοντας σπίτια. Και μετά; Κλείνομαι στο σπίτι και βλέπω τηλεόραση. Ο μικρός διαβάζει και κοιμάται νωρίς, εσύ λείπεις ως αργά. Κι έπειτα, ίσως βρω κι εγώ δουλειά. Δασκάλα είμαι, ίσως βρω κάτι σε κανένα ελληνικό σχολείο”

 “ Δεν ξέρω Αντιγόνη… Κι ο παππούς;”

 Ο παππούς! Πόσες φορές δεν το είχε σκεφτεί. Ο παππούς, με τις ιστορίες, ο παππούς με τα παραμύθια, ο παππούς με τα ζαχαρωτά και τις βόλτες, ο λεβεντάνθρωπος με την χρυσή καρδιά και τις σοφές συμβουλές. Από τότε που έμεινε μόνος του αποφάσισε να τον πάρει στο σπίτι της. Του το χρωστούσε για όλες τις αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια, για τη ζεστασιά που άφηνε στην καρδιά της το καλοσυνάτο του χαμόγελο, για τη βοήθεια που τους προσέφερε πάντα, όταν είχαν ανάγκη.

  “Δεν ξέρω… αν τον πάρουμε μαζί μας;”

  “Τί λες τώρα Αντιγόνη;”

  “Ίσως τον αναλάβει η θεία Ευδοκία”

  “Δε νομίζω, δεν έδειξε ποτέ τέτοια διάθεση”

  “Τότε…”

 Έτρεμε και μόνο στη σκέψη πως θα του έλεγε κάτι τέτοιο. Ο παππούς της σε ίδρυμα! Ο δικός της παππούς! Αλλά και πάλι, ήταν τόσο κουρασμένη!

 Γονάτισε μπροστά του κι έβαλε το κεφάλι της στα γόνατά του, όπως όταν ήταν παιδάκι.

  “Αν φεύγαμε παππού; Αν φεύγαμε; Η Ελλάδα δεν μας θέλει πια. Ούτε κι εγώ την θέλω παππού. Μας πληγώνει, μας διώχνει. Θέλω να φύγω από εδώ, να φύγω…”

  “Οι Έλληνες παιδί μου..”

Τίναξε το κεφάλι της έκπληκτη και αντίκρυσε τα βαθειά, γαλάζια, λυπημένα του μάτια. Ήταν πάλι εκεί, κοντά της.

  “… Οι Έλληνες έχουμε τρεις μάνες: Τη μάνα που μας γέννησε, τη μάνα μας την Παναγιά και τη μάνα μας την πατρίδα. Η μάνα μας η Παναγιά είναι άγια, τέλεια. Οι άλλες δύο μάνες όμως έχουν και τα καλά τους και τ’άσχημά τους, έχουν τις τρυφεράδες τους και τις σκληράδες τους, έχουν τις ευγένειες και τα νεύρα τους, την ομορφιά και τα πάθη τους. Αλλά εμείς τις αγαπάμε παιδί μου, όπως κι αν είναι κι έτσι μας αγαπούν κι αυτές, όπως κι αν είμαστε και με όλα τα λάθη που κάνουμε. Έτσι είναι η φτειάξη του ανθρώπου παιδί μου κι έτσι πρέπει να είναι, αλλιώς πάντα θα δυστυχεί, όλα θα του φταίνε και ανάπαυση δεν θα βρίσκει. Τη μάνα μας την αγαπάμε και όταν μας χαϊδεύει και όταν μας τιμωρεί, ακόμη κι εάν μας αδικεί καμιά φορά, την αγαπάμε και όταν γεράσει και δεν έχει δυνάμεις, τότε που έχει ανάγκη τη φροντίδα μας για να σταθεί. Έτσι είναι και με την πατρίδα κόρη μου. Δεν ωφελεί να κάνεις τον πατριώτη μόνο στις καλές εποχές, πρέπει να φροντίζεις για την πατρίδα σου και στα δύσκολα, να παλεύεις γι’αυτήν.”

  “Αχ παππού”.

 Ο μπάρμπα Θεόφιλος είπε Διαβάστε Περισσότερα

Έναν τέτοιο γέροντα αμέριμνο, απλό, ταπεινό, με μεγάλη εμπιστοσύνη στον Χριστό και την Παναγία, γνωρίσαμε.

Ήταν από το Ριζοκάρπασο της σήμερα τουρκοκρατούμενης Κύπρου κι ήλθε στο Άγιον ‘Ορος όταν κι αυτό ήταν Τουρκοκρατούμενο. Εκοιμήθη πριν δώδεκα έτη σε ηλικία εκατόν έξι ετών. Είχε στο Άγιον ‘Ορος ογδόντα έξι έτη.

Εξήλθε αυτού μία δύο φορές, για να πάει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Ογδόντα έξι έτη είχε να φάει κρέας. Ογδότα έξι έτη είχε να δει γυναίκα. Είκοσι πέντε έτη είχε να πλύνει το πιάτο του. Υγιέσταστος, εγκρατέστατος, εξυπνότατος, αγαθότατος. Εκατόν τριών ετών ανέβηκε στη σκέπη του κελλιού του να διορθώσει τα κεραμίδια. Διαβάστε Περισσότερα

Πάτερ Κλεόπα, εδώ καθημερινά καταφθάνουν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο για να σας δουν. Ποιες είναι οι εμπειρίες κι οι εντυπώσεις σας;
Το ότι εμείς οι Χριστιανοί έχουμε μέσα μας μπερδέψει τα πράγματα. Αν κι είμαστε βαπτισμένοι, ωστόσο συχνά δεν ξέρουμε τί πιστεύουμε. Με πόνο και θλίψη βλέπω καθημερινά ότι εμείς οι άνθρωποι έχουμε φτιάξει για το Θεό μια εικόνα περίεργη κι απαράδεκτη. Μια εικόνα που δεν συμβιβάζεται με τα Ευαγγέλια και τα βιβλία τα ιερά, πού το Θεό τον προσδιορίζουν σαν άβυσσο ευσπλαχνίας κι αγάπης. Σχεδόν το 99% όσων άρχονται εδώ φαντάζονται το Θεό σαν ένα ανώτερο Ον που επιφυλάσσει στον άνθρωπο μόνο θυμούς, οργές και ποινές, αλλά σπάνια καλοσύνες. Εγώ δεν είμαι γιατρός, αλλά τσοπάνος, πιστεύω όμως πως η αιτία του καρκίνου εκεί βρίσκεται: στη λανθασμένη εικόνα που ο άνθρωπος έφτιαξε μέσα του για το Θεό. Διαβάστε Περισσότερα

Ὅταν ὁ Θεὸς δὲν μᾶς δίνει κάτι ποὺ ἐπίμονα τοῦ ζητοῦμε, τότε δύο πράγματα μπορεῖ νὰ συμβαίνουν: Ἢ δὲν μᾶς τὸ δίνει γιὰ τὸ καλό μας, ἢ ἐμεῖς δὲν ξέρουμε πῶς καὶ πότε νὰ τοῦ τὸ ζητήσουμε, χωρὶς νὰ ἀποκλείεται νὰ συμβαίνουν καὶ τὰ δύο μαζί. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρώτη περίπτωση, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὸ «γιατί». Καὶ τοῦτο,… Διαβάστε Περισσότερα

20150508-1

Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής. Όχι ν’ αρκείται η μητέρα στο αισθητό χάδι για το παιδί της, αλλά να προσφέρει συγχρόνως και το χάδι της προσευχής. Το παιδί αισθάνεται στο βάθος της ψυχής του το πνευματικό χάδι, που μυστικά στέλνει η μητέρα του, και έλκεται προς αυτήν.

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Η Λειτουργία (στην Αγιά Σοφιά) δεν τέλειωσε…

 

 

 

 

Θάρθεις σαν αστραπή
θάχει η χώρα γιορτή
θάλασσα γη και ουρανός
στο δικό σου φως.
Θα ντυθώ στα λευκά
να σ’ αγγίξω ξανά
φως εσύ και καρδιά μου εγώ
πόσο σ’ αγαπώ.

Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεί Βοήθει, έλεος, έλεος Επουράνιε Θεέ
Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος,… Διαβάστε Περισσότερα

Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών  “Εμμανουήλ Κριαράς” σας προσκαλεί στην εκδήλωση προς τιμήν της Μητέρας με θέμα:

“Το πρόσωπο της μητέρας μέσα από το βιβλίο  Η ΜΕΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΞΑΝΑ”

Την Κυριακή 10 Μαίου 2015 στις 11 το πρωί στην αίθουσα του 1ου Δημοτικού Σχολείου ΛεπτοκαρυάςΟμιλήτρια η συγγραφέας του βιβλίου κα Κατερίνα Νίκα Μάνου

giorti%20miteras

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ VIBER. Πατήστε τον σύνδεσμο

Επιλογές από Εκδηλώσεις του Συλλόγου σε Βίντεο

εικόνα κλικ στον σύνδεσμο εδώ

Aυγουστίνος Καντιώτης

Ηχητικές Ομιλίες

Συναξαριστής

Είναι μαζί μας

Επισκέψεις

Flag Counter