
Τὸ παρακάτω κείμενο εἶναι γράμμα τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη ποὺ ἔστειλε στὶς μοναχές τοῦ Ἡσυχαστηρίου Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτῆς Θeσσαλονίκης. Διαβάζοντάς το κανεὶς νιώθει ὅτι ἀκούει ἱστορία ἀπὸ ἀρχαῖο σιναϊτικὸ Γεροντικὸ ἢ ὅτι βρίσκεται σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ Παραδείσου πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων.
Στὸ τελευταῖο σας γράμμα (οἱ ἀδελφές του Ἡσυχαστηρίου στὶς ὁποῖες καὶ ἀπευθύνεται τοῦ εἶχαν στείλει σχετικὴ ἐπιστολή) μοῦ εἴχατε στείλει μία εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὰ ζῶα στὸν Παράδεισο. Σκέφθηκα λοιπὸν νὰ σᾶς στείλω κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου ζωγραφισμένο ἕνα πουλί, τὸν πιὸ στενό μου φίλο, γιατί, ἂν σᾶς ἔστελνα ζωγραφισμένο ἕνα φίδι, νομίζω, θὰ σᾶς ἔπιανε φόβος. Τὸν ἔχω ὀνομάσει Ὄλετ, ποὺ σημαίνει στὰ ἀραβικὰ «παιδί». Μένει στὸ ραχώνι, πεντακόσια μέτρα μακριὰ ἀπὸ τὸ Καλύβι μου. Κάθε μέρα τοῦ πηγαίνω καλούδια καὶ φιλεύματα. Μόλις τοῦ δίνω κάτι νὰ φάει, παίρνει λίγο καὶ φεύγει. Ἐγὼ τὸ φωνάζω νὰ ἔρθει, ἀλλὰ αὐτὸ φεύγει καὶ σὲ λίγο ἔρχεται κρυφὰ ἀπὸ πίσω καὶ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ ζακέτα μου. Ὅταν πάω νὰ φύγω, μὲ ξεπροβοδίζει σὲ ἀπόσταση ἑκατὸ μέτρων περίπου, κι ἐγὼ γιὰ νὰ μὴ συνεχίσει νὰ ἔρχεται ἀπὸ πίσω μου καὶ κουρασθεῖ, τοῦ ἀφήνω κανένα γιὰ νὰ ἀπασχοληθεῖ, καὶ φεύγω γρήγορα, γιὰ νὰ μὲ χάσει.
Τώρα τελευταία ἄφησε τὴν ἄσκηση καὶ ζητάει καλοπέραση!… Οὔτε σπασμένο ρύζι τρώει οὔτε βρεγμένο παξιμάδι, ἀλλὰ μόνο σκουληκάκια, ποὺ θέλει νὰ τὰ βάζω στὸ …πιάτο -στὴν χούφτα μου- καὶ νὰ ἀνεβαίνει ἐκεῖ νὰ τρώει. Πρόοδος!
Εἶναι μέρες ποὺ πανηγυρίζω μὲ τὸν Ὄλετ καὶ τὴν συντροφιά του. Μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς: «Γιατί κάνεις ἐξαιρέσεις στὸν Ὄλετ; Γιατί δὲν κάνεις τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ ἄλλα πουλάκια;» Ἀπαντῶ: «Ὅταν φωνάζω τὸν Ὄλετ νὰ ἔρθει, φέρνει μαζί του καὶ ἄλλα πουλιά, φίλους του, τὰ ὁποῖα τρέχουν ἀμέσως στὸ φαΐ, ἐνῶ ὁ Ὄλετ ἔρχεται ἀπὸ ὑπακοὴ καὶ ἀπὸ ἀγάπη. Ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι νηστικός, κάθεται ἀρκετὴ ὥρα μαζί μου καὶ ξεχνάει τὸ φαγητό∙ ἐγὼ τοῦ τὸ θυμίζω. Καὶ τώρα ποὺ καλοσύνεψε ὁ καιρὸς καὶ βρίσκει ζουζούνια νὰ φάει, τὸ φωνάζω, πάλι ἔρχεται, γιὰ τὴν ὑπακοή, ἐνῶ εἶναι χορτάτο καὶ δὲν τὸ ἀναγκάζει ἡ πείνα. Ε, πῶς νὰ μὴν τὸ χαίρεσαι περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πουλιὰ αὐτὸ τὸ φιλότιμο πουλάκι;».
Πολλὲς φορές μοῦ ἔρχεται ἀπὸ τὴν πολλή μου ἀγάπη νὰ τὸ σφίξω μέσα στὴ φούχτα μου, ἀλλὰ φοβᾶμαι μήπως κάνω σὰν τὴν μαϊμοὺ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη σφίγγει τὰ παιδιά της καὶ τελικά τά πνίγει. Γι’ αὐτὸ σφίγγω τὴν καρδιά μου καὶ τὸ χαίρομαι ἀπὸ μακριά, γιὰ νὰ μὴν τὸ βλάψω.
Μιὰ μέρα ἄργησα νὰ πάω στὸ ραχώνι καὶ ὁ Ὄλετ, ἐπειδὴ φυσοῦσε πολύ, εἶχε λουφάξει ἀπὸ νωρίς. Ἄφησα τὸ φαγητό του καὶ ἔφυγα, χωρὶς νὰ τὸν δῶ. Τὴν ἄλλη μέρα ξεκίνησα νὰ πάω πολὺ νωρίς, γιατί ἀνησυχοῦσα μήπως τὸ ἔφαγε κανένα γεράκι. Αὐτό, ὅταν εἶδε τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ εἶχα ἀφήσει ἀποβραδίς, «τὸ πείραξε ὁ λογισμὸς» καὶ κατέβηκε στὰ μισά τοῦ δρόμου καὶ μὲ περίμενε. Ὅταν μὲ εἶδε, ἔκανε σὰν τρελὸ ἀπὸ τὴν χαρά του. Τοῦ ἔδινα νὰ φάει, ἀλλὰ αὐτὸ περισσότερο ἤθελε συντροφιὰ παρὰ φαγητό. Τὸ θαυμάζω γιὰ τὴν ἄσκησή του καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει, καθὼς καὶ γιὰ τὴν εὐγνωμοσύνη του. Εὔχεσθε νὰ μιμηθῶ τὶς ἀρετές του.
Πιστεύω νὰ μὴν ἔχετε παράπονο∙ σᾶς τὰ εἶπα ὅλα, χωρὶς νὰ πάρω τὴν συγκατάθεση τοῦ Ὄλετ. Ἐλπίζω νὰ μὴν τὸν στενοχωρήσω, μιὰ ποὺ δὲν θὰ γίνουν γνωστὰ ἔξω… Ἔχετε τοὺς χαιρετισμοὺς τοὺς δικούς του καὶ τοὺς δικούς μου τοὺς πολλούς.
Στὸ Καλύβι μου ὄχι μόνον τὰ πετούμενα πουλάκια ἀλλὰ ὅλα τά ζῶα ποὺ ἔρχονται ἐκεῖ -τσακάλια, λαγοί, νυφίτσες, χελῶνες, σαῦρες, φίδια- χορταίνουν ἀπὸ τὴν ὑπερχείλιση τῆς ἀγάπης μου καὶ χορταίνω κι ἐγώ, ὅταν χορταίνουν αὐτά, καὶ ὅλοι μαζί, «τὰ θηρία καὶ πάντα τά κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά», «αἰνοῦμεν εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον».
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, Πάθη καὶ Ἀρετές.
Ἔκδοση Ἡσυχαστηρίου, Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης Θεολόγος, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης.
Δημοσιεύεται και στην “ΚΥΡΙΑΚΗ” 3o τεύχος
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.