Στις 30 Ιανουαρίου κάθε χρόνο η εκκλησία μας και ταυτόχρονα η παιδεία μας τιμά τη μνήμη των τριών μεγίστων Πατέρων και οικουμενικών διδασκάλων, του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Η γιορτή αυτή ξεκίνησε ως γιορτή της εκκλησίας, όταν ο Ιωάννης Μαυρόπους, Επίσκοπος Ευχαϊτών της Μ. Ασίας, συνέταξε ακολουθία τον 11ο  αιώνα με σκοπό να τιμηθούν και οι τρεις μαζί μεγάλοι άνδρες ως κήρυκες του μυστηρίου της Αγ. Τριάδος. Δεν ξεκίνησε ως γιορτή της παιδείας. Πώς όμως μια γιορτή καθαρά εκκλησιαστική καθιερώθηκε στην Ελλάδα ως γιορτή ταυτόχρονα των γραμμάτων, της γνώσης, της πνευματικής καλλιέργειας;

Κατά τη διάρκεια των νεότερων Βυζαντινών χρόνων  επεκράτησε η γιορτή ως γιορτή των γραμμάτων, διότι οι τρεις αυτοί άνδρες, υπήρξαν από τη μια μεριά με τη ζωή τους και τη δράση τους εκφραστές της γνήσιας Ευαγγελικής αλήθειας και ενσάρκωναν την παράδοση όλων των Αγίων και από την άλλη υπήρξαν γνώστες, εντρυφητές και συνεχιστές των ελληνικών γραμμάτων, είχαν δηλαδή πληρότητα παιδείας και πληρότητα αγιοπνευματικής παραδόσεως.

Το 1826, ο Άγγλος ευγενής Δημήτριος Φρειδερίκος Γκίλφορντ, ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας, του Α΄ Ελληνικού Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα, καθιέρωσε μαζί με τον καθηγητή Κωνσταντίνο Τυπάλδο, τον μετέπειτα ιδρυτή της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, από κοινού, τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, ως γιορτή της Ελληνικής και Επτανησιακής παιδείας. Ο Γκίλφορντ, όπως λέει ο Καθηγητής της Οξφόρδης π. Κάλλιστος Γουέρ δεν τεμάχισε τον Ελληνισμό, δεν ανακήρυξε προστάτες των γραμμάτων κάποιους αρχαίους φιλοσόφους, που θα μπορούσε να το κάνει ως ξένος, αλλά θέλησε να γνωρίσει τον Ελληνισμό στην συνέχεια του, σ’ όλη την ιστορική του πορεία, τον Ελληνισμό του μέλλοντος, αυτόν που διασώθηκε χάρη στην ορθοδοξία, αφού οι μεγάλοι Πατέρες, ήταν αυτοί που προήγαν τη γλώσσα, δημιούργησαν γραμματεία εφάμιλλη της Αρχαίας Ελληνικής και πέρασαν στα συγγράμματά τους τα αγαθά της ελληνικής παιδείας, αφού την αποκάθαραν από την κατάπτωση της θρησκευτικής και ηθικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων, όπως φαίνεται αυτό  στο γνωστό Λόγο του Μ. Βασιλείου «Προς τους νέους». Δεν λειτούργησαν ισοπεδωτικά, αλλά προσέλαβαν από τον Ελληνισμό τη ζήτηση της αλήθειας στην κοινωνία, στο δίκαιο, στην τέχνη, σ’ όλες τις μορφές της ζωής και αφομοίωσαν  καθετί δημιουργικά, παρουσιάζοντας μέσα από αυτά το περιεχόμενο της Θείας Αποκαλύψεως.

Το 1842-43 το πανεπιστήμιο των Αθηνών μιμούμενο το παράδειγμα του Γκίλφορντ, καθιέρωσε για το ελεύθερο πια Ελληνικό κράτος τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών ως γιορτή της παιδείας.

Ποια είναι όμως  τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της παιδείας; Η παιδεία, λέει ο Μ. Βασίλειος, πρέπει να εξυπηρετεί τον προορισμό του ανθρώπου. Η παιδεία που μορφώνει τον όλον άνθρωπο, είναι αυτή που αντλεί το περιεχόμενό της από την βεβαιότητα της παρουσίας του Θεανθρώπου στη γη και από τη δυνατότητα του ανθρώπου να προσλάβει μέσα από την ελευθερία του το Θεό και να γίνει δεκτικός της χάριτός του. Κινείται και αναπτύσσεται μέσα σ’ αυτήν τη δυαδική σχέση ζωής που εξισορροπεί τις φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου και τον αναγάγει στο άκτιστο. Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών δεν είναι λοιπόν ανθρωπιστική αλλά συνιστά υπέρβαση του ανθρωπισμού. Το αρχέτυπο δεν είναι σύμφωνα με τους μεγάλους δασκάλους ο καλός και ηθικός άνθρωπος που όσο τέλειος και αν είναι δεν μπορεί από μόνος του να υπερβεί τα τραγικά αδιέξοδα της φύσεώς του, αλλά ο κατά χάριν Θεάνθρωπος που μεταμορφώνεται συνεχώς από δόξα σε δόξα μιμούμενος «εν πάσι» τον κατά φύσιν Θεό που συγκαταβαίνει και γίνεται άνθρωπος «καθ` ημέραν» στη γη, για να μπορεί ο άνθρωπος να γίνει Θεός.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα της παιδείας των μεγάλων διδασκάλων είναι ότι καλλιεργεί το αυτοσυναίσθημα, την ορθή γνώση του εαυτού μας. «Μικρός ειμί και μέγας»,  γράφει ό Θεολόγος Γρηγόριος, «ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος», τονίζοντας από τη μια τη μικρότητα  της ανθρώπινης φύσης λόγω της φθαρτότητας και θνητότητάς της και από την άλλη την δυνατότητά του ανθρώπου να συνεργαστεί με τον Δημιουργό Του και να γίνει μέγας,  θεός κατά χάριν.

Η παιδεία τους είναι ακόμη ένα είδος ποιμαντικής αγωγής. Ο δάσκαλος είναι ποιμένας, κατευθύνει, οδηγεί, μεταδίδει ζωή, όχι μόνο γνώσεις. Έτσι παραδίδει μια σκυτάλη στους μαθητές του. Η παιδεία δεν είναι “ξηρή πολυμάθεια”, αλλά κατά τον Βασίλειο, «ανατροφή μετ’ ευλαβείας και μετάληψις αγιότητος». Πέρασαν δεκαεφτά περίπου αιώνες στην Ιστορία της ανθρωπότητας για να φτάσει η σύγχρονη Παιδαγωγική επιστήμη να προσεγγίσει τις βασικές βιωματικές αρχές πάνω στις οποίες θεμελίωσαν οι Τρεις Ιεράρχες τα παιδαγωγικά τους αξιώματα.

Ο δάσκαλος, λέει ο Χρυσόστομος, πρέπει να διαθέτει απέραντο σεβασμό για την προσωπικότητα του παιδιού και όπως οι δάσκαλοι της κιθάρας, αφού πιάσουν τα δάχτυλα των μαθητών τους τα πλησιάζουν με ηρεμία στις χορδές και τα διδάσκουν να χτυπούν με προσοχή, το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνουν και οι παιδαγωγοί, σ’ όλες τις ηλικίες. Ο Γρηγόριος, χρησιμοποιώντας εικόνες από την γεωργική ζωή, λέει πως δεν είναι ωφελιμότερη η ραγδαία βροχή από την ήρεμη, γιατί εκείνη παρασύρει το έδαφος ενώ αυτή μπαίνει βαθιά και το κάνει γόνιμο. Η διδασκαλία στην τάξη λέει ο Βασίλειος, πρέπει να γίνεται ευχάριστα γιατί μόνο τότε η γνώση παραμένει μόνιμη. Γι αυτό και τα μαθητικά βιβλία θα πρέπει να είναι σαφή και επαγωγικά. Κατά τον Γρηγόριο το να επιχειρεί κανείς να εκπαιδεύει άλλους προτού ο ίδιος εκπαιδευτεί ικανοποιητικά είναι τολμηρό και ανόητο. «Ή να μη διδάσκεις ή να διδάσκεις με το παράδειγμά σου» τονίζει, «διαφορετικά ότι κτίζεις με το δεξί, το γκρεμίζεις με το αριστερό. Το να φιλοσοφεί κανείς μόνο με τους λόγους, είναι χαρακτηριστικό του υποκριτή και όχι του δασκάλου». Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του αληθινού δασκάλου, σύμφωνα με τους σοφούς ιεράρχες, είναι να δείχνει στους μαθητές του πατρική αγάπη και στοργή, που να ξεπερνά πολλές φορές κι αυτή των φυσικών γονιών τους.

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών είναι ένα έργο ανόρθωσης του όλου ανθρώπου, ως προσώπου. Ο άνθρωπος ως πρόσωπο δημιουργεί κοινωνία, σχέση με το Θεό και τους ανθρώπους και φτάνει στην πληρότητα της υπάρξεώς του μέσα από τις δύο αυτές σχέσεις. Ο Μ. Βασίλειος πριν δεκαεφτά αιώνες περιγράφει την οδυνηρή πραγματικότητα του άκρατου ατομικισμού της σημερινής κοινωνίας. «Γεγεννήμεθα καθάπερ η ψάμμος, διηρημένοι, ού συνημμένοι αλλήλοις», έχουμε φτάσει δηλαδή εξαιτίας της ατομικότητας μας να είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας, όπως η άμμος, που φαίνεται από μακριά σαν κάτι ενιαίο, αλλά από κοντά είναι κόκκοι διηρημένοι. Λείπει η κατακόρυφη κίνηση κοινωνίας με το Θεό από όπου αντλείται η οριζόντια, με τον κάθε άνθρωπο. Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών προβάλλει τον κοινοτισμό, από την Ενορία, που είναι η σύναξη γύρω από την Αγία Τράπεζα όπου πραγματώνεται το μυστήριο της ζωής και της ενώσεως των πιστών με τον Έναν και μεταξύ τους, στην ευρύτερη ενορία που είναι η οικογένεια, το σχολείο, η κοινότητα.

Σε τελική ανάλυση η παιδεία των μεγάλων διδασκάλων είναι μια προσπάθεια ορθής γνώσης, θέασης και εκτίμησης του κόσμου. Κινείται στο παρόν μεταμορφώνοντας συνεχώς τον άνθρωπο και προσβλέπει στα έσχατα, όχι σαν μια παθητική αναμονή ενός ιδεατού κόσμου, αλλά ως φυσική κατάληξη και «πλήρωση» της συνεχούς επί γης μεταμόρφωσής του. Δεν κάνει διάκριση μεταξύ υλικών και πνευματικών, ανοίγεται σ’ όλους τους τομείς, όλος ο άνθρωπος και όλη η ζωή γίνεται δεκτή, εφόσον μπορεί να ενταχθεί στην καινή πραγματικότητα του Χριστού, στη νέα λυτρωτική πορεία. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης στέρησε από τους χριστιανούς τη δυνατότητα να μαθαίνουν Ελληνικά για να πάψει η συνέχεια της Ελληνικής παιδείας, ο Γρηγόριος Θεολόγος έγραψε στην Ομηρική διάλεκτο ποιήματα για να διατηρηθεί η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας.

Ο Μ. Βασίλειος υπήρξε κάτοχος όλων των επιστημών της εποχής του. Διαβάζοντας κάποτε ο μεγάλος εθνικός ρήτορας Λιβάνιος επιστολή που του έστειλε ο Μ. Βασίλειος,  φώναξε «νενικήμεθα», εντυπωσιασμένος από την αρτιότητα της επιστολής. Σε άλλη περίπτωση εκφράζει τη λύπη του που κέρδισε ο Χριστιανισμός τον Χρυσόστομο, γιατί διαφορετικά θα τον άφηνε διάδοχό του.

Κάτοχοι λοιπόν όλης της εγκόσμιας σοφίας οι τρεις σοφοί δάσκαλοι και ποιμένες, ανοίχτηκαν άφοβα σ’ όλους τους τομείς, μα αυτή η πολλαπλότητα στην κατάρτισή τους, ιεραρχήθηκε και εντάχθηκε στον αγώνα για τον σκοπό της ζωής. Δεν θεωρήθηκε ποτέ αυτοσκοπός ή αιτία καυχήσεως. Ήταν φυσικό λοιπόν να πηγάσει μέσα από όλο τους το είναι ένα εξαιρετικό ήθος.

Ο Χρυσόστομος, λέει ο Παπαρηγόπουλος, ήταν αγαθότατος, πραότατος, ο πιο επιεικής από τους ανθρώπους, όσες φορές όμως βρισκόταν μπροστά στην πωρωμένη κακία, την αγέρωχη αμαρτία, την οργανωμένη αδικία, την πονηρή υποκρισία, είχε τη δύναμη να μη σιωπά, αλλά να ελέγχει. «Αν ο Θεός σου έδωσε βασιλικό σκήπτρο», γράφει στην αυτοκράτειρα Ευδοξία, «σου το έδωσε για να απονέμει παντού δικαιοσύνη. Χώμα και στάχτη, χόρτος και σκόνη, σκιά και καπνός και όνειρο είναι ο άνθρωπος ακόμα κι αν είναι ισχυρός άρχοντας». Ασυμβίβαστες προσωπικότητες οι Τρεις Ιεράρχες, δεν ταυτίστηκαν ποτέ με την αδικία για να επιβιώσουν και να κρατήσουν τη θέση τους. Γι’ αυτό πλήρωσαν το αγέρωχο φρόνημά τους με πικρίες, εξορίες, διωγμούς. «Μ’ άλλο τίποτα φοβέριξέ με», είπε ο Βασίλειος στον Έπαρχο Μόδεστο, όταν αρνούμενος να αποδεχθεί την πλάνη του αρειανισμού που άπλωνε τα δίχτυα της παντού, τον φοβέριξε με δήμευση περιουσίας, εξορία, θάνατο. «Αυτά δεν με φοβίζουν». Ο Έπαρχος απορεί. «Κανείς μέχρι τώρα δεν μίλησε με τέτοιο θάρρος μπροστά μου», λέει, και ο Βασίλειος που υπήρξε πάντα ταπεινός, στην ιστορική αυτή στιγμή δεν διστάζει να πει: «Γιατί δεν συνάντησες ποτέ σου αληθινό Επίσκοπο. Αλλιώς θα σου μιλούσε με τον ίδιο τρόπο, αφού θα αγωνίζονταν για τόσο υψηλά πράγματα».

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν υπήρξαν απλώς ποιμένες, δάσκαλοι ή καθοδηγητές. Υπήρξαν πρώτα και κύρια άνθρωποι που αγάπησαν βαθιά τον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα βίωσαν έντονα τον Θεό, όχι σαν μια αφηρημένη ιδέα, αλλά ως τη μόνη καθημερινή αλήθεια που έδινε νόημα και περιεχόμενο στη ζωή τους. Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται Οικουμενικοί, δάσκαλοι όλης της οικουμένης, που προσέφεραν ελεύθερα και αβίαστα, χωρίς καμία επιβολή, με τρόπο θεοπρεπή, όχι μια ιδέα, αλλά ένα τρόπο ζωής σ’ Ανατολή και Δύση.

Τη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι τρεις μεγάλοι δάσκαλοι μας δίνουν το μήνυμα, πως μπορούμε να επιβιώσουμε στην χωρίς σύνορα εποχή μας, όπως τυπικά ανάλογη υπήρξε η εποχή των Τριών Ιεραρχών, μιμούμενοι το ήθος, την αγωνιστικότητα τους, τον τρόπο της ζωής τους, συνδεόμενοι με το νήμα που μας δένει μαζί τους. Η σύνδεσή μας με την παράδοση των Τριών Ιεραρχών και άλλων μεγάλων μορφών του Γένους μας αποτελεί ίσως τη μόνη ελπίδα για την διατήρηση της ταυτότητας μας μέσα στον σύγχρονο  δυτικό κόσμο, ο οποίος κουρασμένος από τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού προσβλέπει με πόθο στην Ανατολή, αναζητώντας γνήσιες και αυθεντικές εμπειρίες.

Κατερίνα Νίκα –Μάνου

Αφήστε μια απάντηση

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ VIBER. Πατήστε τον σύνδεσμο
Επιλογές από Εκδηλώσεις του Συλλόγου σε Βίντεο
εικόνα κλικ στον σύνδεσμο εδώ

Aυγουστίνος Καντιώτης
Ηχητικές Ομιλίες
Συναξαριστής
Είναι μαζί μας
Επισκέψεις
Flag Counter