Α΄ Διδασκαλία
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΑΓΗ
Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά
«Ἀδελφός ἦλθεν ἀπό Σκήτεως πρός τόν Ἀββᾶν Ἀμμοῦν καί λέγει αὐτῷ·
Πέμπει μέ ὁ Πατήρ μου εἰς διακονίαν, καί φοβοῦμαι τήν πορνείαν.
Λέγει αὐτῷ ὁ γέρων·
Οἵαν ὥραν ἔρχεταί σοι πειρασμός, εἶπε:
«Ὁ Θεός τῶν δυνάμεων, εὐχαῖς τοῦ Πατρός μου, ἐξελοῦ με»
Σᾶς ἀναφέρω καί κάτι ἄλλο γιά τό ὁποῖο εἶμαι μάρτυρας, γιά νά μέθετε ὅτι καίἀπό θάνατο ἀκόμα σώζει τόν ἄνθρωπο ἡ ὑπακοή καί τό νά μήν ἔχει δικό τουθέλημα. Ὅταν κάποτε βρισκόμουν στό μοναστήρι τοῦ ἀββᾶ Σερίδου, ἦρθε ἕναςμαθητής κάποιου μεγάλου Γέροντα, ἀπό τά μέρη τοῦ Ἀσκάλωνα, γιά κάποιαὑπόθεση τοῦ Γέροντά του. Εἶχε ὅμως ἐντολή ἀπό τό Γέροντα νά γυρίσει τό βράδυστό κελλί του. Ἀλλά μέχρι νά φύγει χάλασε πολύ ὁ καιρός, καί ἄρχισαν βροχέςκαί βροντές καί πλημμύρισε ὁ γειτονικός χείμαρρος. Ἐκεῖνος ὅμως ἤθελε νάφύγει, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Γέροντα.Ἐμεῖς τόν παρακαλούσαμε νά μείνει, γιατί πιστεύαμε ὅτι ἦταν ἀδύνατο νάσωθεῖ ἀπό τό ποτάμι. Ἀλλά δέν μπορούσαμε νά τόν πείσουμε νά μείνει. Στό τέλοςλοιπόν εἴπαμε. Ἄς πᾶμε μαζί του μέχρι τό ποτάμι. Γιατί, ἄν τό δεῖ, μόνος του θάγυρίσει πίσω. Πήγαμε λοιπόν μαζί του καί μόλις φτάσαμε στό ποτάμι, βγάζει τάροῦχα του καί τά δένει στό κεφάλι του καί ζώνεται τό «μαφόριο» καί πέφτει στόποτάμι, σ᾿ ὅλο ἐκεῖνο τό φοβερό ρεῦμα. Ἐμεῖς στεκόμαστε γεμάτοι ἔκπληξη καίφόβο μήπως πνιγεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως κολυμποῦσε καί ξαφνικά βρίσκεται στήνἀντίπερα ὄχθη καί φοράει τά ροῦχα του καί μᾶς βάζει ἀπό κεῖ μετάνοια καίπαίρνει εὐχή καί φεύγει τρέχοντας. Ἐμεῖς παραμείναμε γεμάτοι θαυμασμό καίἔκπληξη γιά τή δύναμη τῆς ἀρετῆς, γιατί ἐνῶ ἐμεῖς γεμάτοι φόβο τόν κυττάζαμε,ἐκεῖνος πέρασε χωρίς νά διατρέξει κανένα κίνδυνο χάρη στήν ὑπακοή του.
Παρόμοια καί ἐκεῖνος ὁ ἀδελφός πού τόν ἔστειλε ὁ Γέροντάς του γιά διάφορεςἀπαραίτητες ἐργασίες στόν «ἀποκρισάριό» του στήν πόλη, ὅταν κατάλαβε ὅτι ἡκόρη τοῦ «ἀποκρισάριου» ἤθελε νά τόν παρασύρει στήν ἁμαρτία, λέγοντας μόνο:«Θεέ μου, μέ τίς εὐχές τοῦ Γέροντά μου1, γλύτωσέ με», ἀμέσως βρέθηκε στόδρόμο πού ὁδηγοῦσε στή σκήτη, γυρίζοντας στό Γέροντά του2. Βλέπετε δύναμηἀρετῆς; Βλέπετε ἐνέργεια λόγου; Πόση βοήθεια πέρνει κανείς καί μέ μόνη τήνἐπίκληση τῶν εὐχῶν τοῦ Γέροντά του; Γιά νά πεῖ: «Θεέ μου, μέ τίς εὐχές τοῦΓέροντά μου, γλύτωσέ με», ἀμέσως βρέθηκε στό δρόμο. Κατανοεῖστε καί τῶνδυό τήν ταπείνωση καί τήν εὐλάβεια. Βρίσκονταν σέ ἀνάγκη, καί ἤθελε ὁΓέροντας νά στείλει τόν ἀδελφό στόν «ἀποκρισάριό»τους, καί δέν καί δέν τοῦεἶπε: «Πήγαινε». Ἀλλά τοῦ εἶπε: «Θέλεις νά πᾶς»; Πρόμοια καί ὁ ἀδελφός δένεἶπε: «Θά πάω», ἀλλά τοῦ εἶπε:«Θά κάνω ὅπως θέλεις». Γιατί καί τούςπειρασμούς πού θά συναντοῦσε φοβόταν, καί τό νά κάνει παρακοή στό Γέροντάτου. Κατόπιν μόλις δυσκολεύτηκαν περισσότερο, τοῦ λέει ὁ Γέροντας: «Σήκω,πήγαινε» καί δέν τοῦ εἶπε: «Ἐλπίζω ὅτι ὁ Θεός θά σέ σκεπάσει», ἀλλά τοῦ λέει:«Ἐλπίζω, ὅτι, μέ τίς εὐχές τοῦ Γέροντά μου, ὁ Θεός θά σέ σκεπάσει». Παρόμοιακαί ὁ ἀδελφός, ὅταν βρέθηκε στόν πειρασμό, δέν εἶπε: «Θεέ μου, γλύτωσέ με»,ἀλλά «Θεέ μου, μέ τίς εὐχές τοῦ Γέροντα μου, γλύτωσέ με». Καί καθένας τουςεἶχε τήν ἐλπίδα του στίς εὐχές τοῦ Γέροντά του.
Βλέπετε πῶς συνταιριάσανε τήν ὑπακοή μέ τήν ταπείνωση; Γιατί ὅπως ἀκριβῶςζεύεται τό ἁμάξι καί δέν μπορεῖ τό ἕνα ἄλογο νά τρέξει περισσότερο ἀπό τόἄλλο, γιατί πληγώνεται, ἔτσι πρέπει καί ἡ ὑπακοή νά εἶναι ζεμένη μέ τήνταπείνωση. Καί πῶς πορεῖ ν᾿ ἀξιωθεῖ κανείς ν᾿ ἀποκτήσει αὐτήν τή χάρη, ἄνὅπως εἶπα, δέν βιάσει τόν ἑαυτόν του νά κόψει τό θέλημά του καί νά παραδοθεῖμετά τό Θεό στό Γέροντά του, χωρίς ἐπιφυλάξεις σέ τίποτα, ἀλλά κάνοντάς ταὅλα, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, μέ τή βεβαιότητα ὅτι ὑπακούει στό Θεό; Ποιός εἶναιἄξιος νά βρεῖ ἔλεος, ποιός εἶναι ἄξιος νά βρεῖ σωτηρία;
Ἐσεῖς δέν ἔχετε πείρα «ἀδιάκριτης» ὑπακοῆς, οὔτε γευθήκατε τήν ἀνάπαυσηπού χαρίζει αὐτή. Ρώτησα κάποτε τό Γέροντα Ἰωάννη, τόν ὑποτακτικό τοῦ ἀββᾶΒαρσανουφίου καί τοῦ εἶπα: «Γέροντα, ἐπειδή ἡ Ἁγία Γραφή λέει ὅτι πρέπει μέπολλές θλίψεις νά μποῦμε στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν (Πράξ. Ιδ΄: 22) καίβλέπω ὅτι δέν ἔχω καμιά θλίψη, τί πρέπει νά κάνω μήπως καί χάσω τήν ψυχήμου»; Γιατί δέν εἶχα καμιά θλίψη καί καμιά μέριμνα. Καί ἄν συνέβαινε νά ἔχωκάποιο λογισμό, ἔπαιρνα τήν πλάκα καί ἔγραφα στό Γέροντα – γιατί τόνρωτοῦσα μέ γράμματα, πρίν ἀκόμα μπῶ στήν ὑπηρεσία του – καί προτοῦ νάτελειώσω τό γράψιμο, αἰσθανόμουνα ἀνακούφιση καί ὠφέλεια. Τόσο μεγάληἦταν ἡ ξεγνοιασιά καί ἡ ἀνάπαυσή μου. Ἐγώ ὅμως ἐπειδή δέν ἤξερα τή δύναμητῆς ἀρετῆς τῆς ὑπακοῆς καί ἐπειδή ἄκουγα ὅτι μέ πολλές θλίψεις θά μποῦμε στήΒασιλεία τῶν Οὐρανῶν, φοβόμουνα, γιατί δέν δοκίμαζα θλίψη. Μόλις λοιπόν τόἀνέφερα στό Γέροντα, μοῦ ἀπάντησε: «Μή στενοχωριέσαι. Ἐσύ δέν ἔχεις κανέναλόγο νά θλίβεσαι, γιατί καθένας πού βάζει τόν ἑαυτόν του κάτω ἀπό τήνὑπακοή τῶν Πατέρων, αὐτή τήν ξεγνοιασιά καί τήν ἀνάπαυση ἔχει».
Τῷ Θεῷ πρέπει κάθε δόξα τιμή καί προσκύνηση,
τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!
τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!
1 «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ Γέροντος».
2 «Ἀδελφός ἦλθεν ἀπό Σκήτεως πρός τόν Ἀββᾶν Ἀμμοῦν καί λέγει αὐτῷ·
Πέμπει μέ ὁ Πατήρ μου εἰς διακονίαν, καί φοβοῦμαι τήν πορνείαν.
Λέγει αὐτῷ ὁ γέρων·
Οἵαν ὥραν ἔρχεταί σοι πειρασμός, εἶπε:
«Ὁ Θεός τῶν δυνάμεων, εὐχαῖς τοῦ Πατρός μου, ἐξελοῦ με»
καί:
«Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν ἔκλεισε παρθένος τήν θύραν ἐπάνω αὐτοῦ·
καί βοήσας φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν·
Ὁ Θεός τοῦ Πατρός μου, ἐξελοῦ με. Καί εὐθέως εὐρέθη εἰς τήν ὁδόν τῆς Σκήτεως.»
(Ἀβ. Ἀμμοῦν P.G. 65, 128 D)
Ἀπό τό βιβλίο: «Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά» (Ε΄ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ σελ. 103-109)
Ἐκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»,
Ἱερά Μ. Τμίου Προδρόμου Καρέα




κλικ στον σύνδεσμο


Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.